Του Στέλιου Βισκαδουράκη
Χρόνια πριν, έψαχνα στον νου μου να βρω την τελευταία μου ιστορία για το βιβλίο μου “Το Τανγκό της Βροχής” ώστε να το παραδώσω στον εκδοτικό μου οίκο. Δυσκολευόμουν πολύ. Μια μέρα, η αείμνηστη πλέον γλύπτρια Ασπασία Παπαδοπεράκη, κάλεσε για επίσκεψη στο σπίτι της στα Σπήλια, στην Αγία Ειρήνη, την κοινή μας φίλη Ελένη Βακεθιανάκη. Εκείνη με ρώτησε ευγενικά αν ήθελα να πάω κι εγώ. Πήγα. Στη συζήτηση επάνω, η Ασπασία μού περιέγραψε μια ιστορία από την ίδια της τη ζωή. Τότε που την είχαν καλέσει οι οικείοι του σπουδαίου Στυλιανού Αλεξίου, προσωπικού της φίλου, να φτιάξει το εκμαγείο του προσώπου του, λίγο πριν ταφεί.
Η ιστορία με συγκλόνισε, όπως μας τη διηγήθηκε, καθώς θαύμαζα πολύ τον καθηγητή, αλλά και επειδή, όταν του είχα στείλει το πρώτο μου βιβλίο διηγημάτων, μου απάντησε με ένα εξαιρετικό γράμμα, που το φυλάω έως σήμερα ως κόρη οφθαλμού. Την άλλη μέρα το πρωί, πέντε τα ξημερώματα, ξύπνησα και άρχισα να γράφω την τελευταία ιστορία του βιβλίου μου “Το εκμαγείο”, την οποία σας παραθέτω τιμώντας κατ' ελάχιστον τη μνήμη της…
Το Εκμαγείο
Λεωφόρος Δημοκρατίας
12:35
Ήξερε καλά ότι το χρώμα της θάλασσας δεν ήταν το πυρακτωμένο που εκείνη έβλεπε. Ήταν σαν να είχε στον βυθό της μια στρώση αναμμένα κάρβουνα. Το ίδιο και τ’ ουρανού, που χωμένος στα σύννεφα, δεν μπορούσε ν’ αντισταθεί στον κρυμμένο μεσημεριανό ήλιο, που είχε πάρει ελαφρά τα πάνω του. Κρυφά φωτεινός, ήταν πίσω του και τον έσπρωχνε θυμωμένα, δίνοντας ένα πορτοκαλί χρώμα στο γκρίζο του, καθώς και στις σταγόνες της βροχής.
Για μια στιγμή, ξεχασμένη στον θόρυβο του νερού που χτυπούσε το τζάμι, δεν καταλάβαινε αν όλο ετούτο ήταν το ξημέρωμα ή το δειλινό της μέρας.
Δεν κινιόταν. Στεκόταν μπροστά στο μεγάλο παράθυρο του τρίτου ορόφου της παλιάς πολυκατοικίας, κοιτώντας τα δυο μεγάλα μπλε της φύσης που είχαν γίνει κόκκινα. Η αλήθεια ήταν ότι δεν ήξερε, αν ετούτο το ζευγάρι είχε αλλάξει το χρώμα του ή τα μάτια της, ανακατεμένα με δυο πυρακτωμένα δάκρυα, τα έβλεπαν έτσι.
Ήταν μόνη στο μεγάλο ξεχασμένο υπνοδωμάτιο της δεκαετίας του ’50 με την παλιομοδίτικη διακόσμηση κι έπρεπε να κάνει τη «δουλειά» που της είχαν αναθέσει με κείνο το χθεσινό τηλεφώνημα, που την ανάγκασε να πάρει το πρώτο πρωινό αεροπλάνο και να κατέβει απ’ την Αθήνα.
Πίσω στην πλάτη της, στον αέρα, ένιωθε έναν τοίχο, έναν διαχωριστικό τοίχο, όχι πέτρινο, όχι τσιμεντένιο, αλλά ξανθοκόκκινο, καθαρό μπρούτζο και πιο πίσω, το διπλό κρεβάτι που πάνω του κείτονταν ο μεγάλος νεκρός της χώρας και του πνεύματος.
«Τί περίεργη σιωπή;» σκέφτηκε ακουμπώντας τα μάτια της στις σταγόνες που σύρωναν στο παράθυρο. Η φράση σύρθηκε μέσα της, όπως αυτές πάνω στο παγωμένο λείο του τζαμιού. Κι όμως, ετούτη η σιωπή είχε τον πένθιμο ρυθμικό ήχο μιας καμπάνας της Μεγάλης Παρασκευής ή κάτι από το απανωτό ξύλινο κτύπημα ενός κορμού, για το κάλεσμα στον εσπερινό ενός ορεινού μοναστηριού.
Πήρε μια αναπνοή, σήκωσε το χέρι της και κοίταξε το ρολόι της. Ήταν ό,τι πιο ανθρώπινο γύρευε εκείνη την ώρα. Ήταν αυτό που την ξανάφερε σε μια ζωντανή πραγματικότητα, με οξυγόνο, χτύπους καρδιάς και θορύβους ψυχής.
Με δυσκολία έστειλε το βλέμμα της απ’ τους δείκτες του μικρού στρογγυλού ρολογιού στο μεγάλο ξύλινο κρεβάτι. Της φάνηκε σαν το τετράγωνο ρολόι του χρόνου, της αρχής και του τέλους, της γέννησης και του θανάτου. Εκείνος, ήσυχος, ακίνητος, με τα χέρια σταυρωμένα όπως συνηθίζεται, με τα μάτια κλειστά και με το παγωμένο χρώμα της στιγμής. Και η μοναξιά… η μοναξιά μιας αμετάκλητης αιωνιότητας, συνοδευμένη από τον ήχο των σταγόνων στο τζάμι και το περβάζι του παραθύρου.
Η παγωμάρα κινήθηκε προς τους χτύπους της ψυχής της και τους έκανε να μπερδέψουν τον ρυθμό τους. Δεν τράβηξε το βλέμμα της από πάνω του. Γύρεψε μια ελπίδα ζωής, μα δεν την πήρε. Ο καθηγητής, ο άνθρωπος που της είχε μάθει σχεδόν τα πάντα, να ζει, να σκέφτεται, να πράττει, που ολόκληρη η καλλιέργειά της βασίστηκε πάνω του… ήταν πράγματι νεκρός κι εκείνη… εκείνη προσκεκλημένη απ’ τους συγγενείς ως γνωστή γλύπτρια και φίλη, να φτιάξει το εκμαγείο… το εκμαγείο του προσώπου του που θα νικούσε μια για πάντα τον χρόνο και το εφήμερο. Ήταν το λιγότερο που θα μπορούσε να κάνει για κείνον κι έναν ολόκληρο λαό. Μα περισσότερο για εκείνη.
Το πρώτο που θα έπρεπε να αντιμετωπίσει ήταν η ακινησία του, που δεν της ταίριαζε, γιατί τον είχε συνηθίσει αλλιώς. «Η κίνηση να δίνει σκέψη και η σκέψη κίνηση» της είχε πει κάποτε. Οτιδήποτε λιγότερο θα το απέκρουε δύσκολα. Μα ήταν και η υποχρέωση, ίσως όχι μόνο στους συγγενείς που την τίμησαν με αυτήν την πρόταση, όχι μόνο προς εκείνον, μα περισσότερο προς τον εαυτό της.
Όρθια, ακίνητη απέναντί του, δεν θέλησε πια να γυρίσει να κοιτάξει αλλού. Δεν τράβηξε το βλέμμα της από πάνω του. Έσφιξε τα δόντια μέσα από τα χείλη της γυρεύοντας μια ανάσα, μια ελπίδα ζωής, μα δεν την πήρε. Ο καθηγητής ήταν νεκρός… Πράγματι… το λιγότερο και το περισσότερο που θα μπορούσε να κάνει για εκείνον αυτή την ώρα ήταν ο λόγος που τη φώναξαν, να πάρει με την τέχνη της εκείνη τη νεκρική μάσκα του προσώπου του.
Ακίνητη στη θωριά του, έκλεισε τα μάτια και ξανάσφιξε τα δόντια μέσα από τα χείλη της. Με μια αποφασιστική κίνηση, από έναν ανεξήγητο αέρα που την έσπρωξε, περπάτησε προς το τραπεζάκι με τα υλικά που είχε ζητήσει. Ένα κιλό γύψο, ένα μπολάκι, λίγο νερό, λίγο μπαμπάκι, ένα ψαλιδάκι και μια ταινία από τσιρότο. Γύρισε όσο μπορούσε ήρεμα, έσκυψε και σκέπασε με λίγο μπαμπάκι τα κλειστά μάτια του, κολλώντας το από πάνω μ’ ένα κομμάτι τσιρότο. Στράφηκε ξανά προς το μικρό τραπέζι. Σήκωσε το σακουλάκι με τον γύψο κι άδειασε ένα μέρος του στο μπολάκι. Όπως το κοιτούσε, με την πλάτη γυρισμένη στο κρεβάτι, στάθηκε λίγο ο νους και το βλέμμα της κι ένιωσε τη σκέψη της σαν να εξωθούσε, σαν να ήθελε να γεννήσει κάτι.
«Η έμπνευση, η δημιουργία…..»
Ήταν λόγια δικά του, μα δεν μπορούσαν να γεννηθούν παραπάνω μέσα στην ψυχή της, να βγουν από μέσα της. Έσπρωχνε, πίεζε τη μήτρα του μυαλού της, ξανάσπρωχνε, τίποτα… Έριξε λίγο απ’ το νερό στο μπολάκι, το ανακάτεψε και γύρισε προς το μέρος του αποφασιστικά. Σκέφτηκε να βάλει γάντια, μα δεν θέλησε. Άρχισε ν’ απλώνει στο πρόσωπό του το μίγμα. Μαζί με τον υγρό γύψο, ένιωθε το παγωμένο δέρμα κάτω απ’ το ακροδάχτυλό της, που δήλωνε κάτι το αμετάκλητο.
Μα δεν την ένοιαζε, γιατί ο θυμός και η λύπη της για την απώλειά του ήταν δυνατότερα. Τον είχε καλύψει απ’ τον λαιμό ως το κούτελο με την πρώτη στρώση. Έτρεξε λίγο νερό στο μαξιλάρι και στη μεγάλη πετσέτα που είχε δώσει εντολή να βάλουν κάτω απ’ το προσκέφαλό του. Δεν την ένοιαξε, ήταν κοντά του και τον κοιτούσε πιο ακίνητη κι από κείνον, περιμένοντας να στεγνώσει ο γύψος.
«Η έμπνευση, η δημιουργία…»
Σκέφτηκε πάλι τα λόγια του, μα δεν θυμόταν παρακάτω, λες και κάτι την εμπόδιζε. Στέγνωσε ο γύψος, τον άγγιξε λίγο και ξαναπήρε το μπολ για τη δεύτερη στρώση. Ακούστηκε ένα ελαφρύ «κρακ» κι ο γύψος ράγισε στο πρόσωπο του νεκρού. Έβγαλε τα ξεραμένα κομμάτια, τα πέταξε σε μια πλαστική σακούλα κάτω, πήρε μια πετσέτα, του σκούπισε το πρόσωπο και ξανάρχισε την ίδια διαδικασία. Ίσαμε τρεις φορές το έκανε, μα ο γύψος δεν στεκόταν, έσπαγε, λες κι ο νεκρός δεν ήθελε να δεχτεί ετούτη τη διαδικασία, λες κι αν γινόταν όλο ετούτο, θα δεχόταν κι ο ίδιος τον θάνατό του.
Γύρεψε μια καρέκλα, την έσπρωξε με τον αγκώνα κι έκατσε με τα άσπρα χέρια τα γεμάτα γύψο, τα ακούμπησε ανάποδα στα γόνατά της, βάζοντάς τα να κοιτάνε ψηλά την οροφή. Δεν μιλούσε ούτε κι από μέσα της. Αναγκαστική σιωπή στην ψυχή, στην καρδιά και τον κόσμο της.
Ξαφνικά, με μια κίνηση που δεν οριζόταν από σκέψη και λογική, σηκώθηκε, πήρε το μπολάκι με τον γύψο, πλησίασε το παράθυρο, το έβγαλε στη βροχή και άρχισε να το πλένει. Με το άλλο χέρι της το έτριψε καλά καθαρίζοντας τον πάτο του. Το οριζοντίωσε και το άφησε να γεμίσει με καθαρό βρόχινο νερό. Το τράβηξε μέσα, περπάτησε, πήρε το σακουλάκι με τον υπόλοιπο γύψο και τον άδειασε μέσα στο μπολάκι.
Τον ανακάτεψε με το νερό του ουρανού κι άρχισε να τον απλώνει πάνω στο παγωμένο κι ακίνητο πρόσωπο. Ήξερε, το ένιωθε, το πρόσωπο ήταν σαν να μην τον ήθελε, σαν να φυσούσε να ξέραινε τον γύψο κι εκείνος έσπαγε.
Πέρασε ώρα, μα εκείνο το «κρακ» δεν ακούστηκε, το μίγμα δεν έσπασε. Σε μια στιγμή χαμένη στη σκόνη του χρόνου, περίμενε τη συνομιλία του προσώπου, του νερού και του γύψου, αν τελικά συμφωνούσαν ή διαφωνούσαν. Αν τελικά το πρόσωπο επέτρεπε στα δυο στοιχεία να αγκαλιαστούν, να γίνουν ένα και να στήσουν το εκμαγείο του.
Το νερό και ο γύψος μίλησαν στο πρόσωπο για «αιωνιότητα» μα το πρόσωπο τούς απάντησε γυρεύοντας «ζωή». Το νερό και ο γύψος τού μίλησαν για νίκη κατά της προσωρινότητας. Το πρόσωπο τούς μίλησε για έναν καφέ στο μπαλκόνι με θέα τη θάλασσα, την ώρα που έδυε ο ήλιος της Ελλάδας. Ο γύψος δεν είπε τίποτα, μα το νερό πετάχτηκε «ο θάνατος δεν είναι το τέλος» του είπε «είναι μια ευκαιρία να γίνεις εσύ θάλασσα, να γίνεις ακτίνα του ήλιου, να γίνεις απόγευμα, να γίνεις η ψυχή του άλλου μέσα απ’ την ψυχή του. Έτσι κι αλλιώς, η ζωή σου αυτό έδειξε, αυτό προσπάθησες με ήθος και μεγαλείο, έτσι δεν είναι ή όχι; Άφησέ μας να σε περάσουμε στην αιωνιότητα και στη μνήμη όλων αυτών που σ’ αγάπησαν, μα και των άλλων, των παιδιών που δεν σε γνώρισαν.... Εγώ κι ετούτη η σκόνη, είμαστε υγρή αίσθηση στο δέρμα, που όταν ξεραθεί, γινόμαστε πύλη γύψινη, πόρτα που κερνά την αιωνιότητα, άποψη, λόγο και μια εικόνα γι’ αυτούς που θα ’ρθουν. Μια εικόνα που θα δουν αυτοί που δεν είχαν την τύχη να είναι σύγχρονοί σου. Μια μνήμη αγκαλιασμένη μ’ αυτά που είπες κι έπραξες». Το πρόσωπο δεν είπε τίποτα, σταμάτησε να φυσά και να ξεραίνει το μίγμα.
Σηκώθηκε, ξαναπήγε στο παράθυρο, το άνοιξε και έβγαλε το χέρι της με το μπολάκι στη βροχή. Το πήρε μέσα και ανακάτεψε ελαφρώς το ξεραμένο μίγμα. Πλησίασε τον νεκρό κι άπλωσε τη δεύτερη, την παχιά στρώση στο ακίνητο πρόσωπο.
Κοιτούσε το δεύτερο άπλωμα. Αν έσπαγε και τώρα, δεν θα ήξερε τι να κάνει. Πέρασε ώρα, τίποτα. Έσκυψε το κεφάλι και ακουμπισμένη με τα χέρια στα γόνατα, περίμενε κοιτάζοντας το πάτωμα.
«Η έμπνευση, η δημιουργία, δεν προκαλούνται…»
της ήρθε μια συνέχεια στη φράση που γύρευε και που κάποτε εκείνος της είχε πει, της είχε διδάξει. Σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε το σκεπασμένο με γύψο πρόσωπο. Της φάνηκε άσπρη, μαλακή, βρεγμένη πετσέτα που βάζαν οι κουρείς στους πελάτες τους στα αλλοτινά κουρεία.
Θυμήθηκε το βλέμμα του εκείνο το βράδυ του Σεπτέμβρη, όταν κοιτάζοντας τα μάτια της, μια σιωπή κι ένα σταμάτημα, ένα αδιέξοδο σε κάποιο της γλυπτό, της είχε πει:
«Η έμπνευση, η δημιουργία,
δεν προκαλούνται από τον θόρυβο της κραυγής,
αλλά από τον κρότο της σιωπής»
Κι όταν εκείνη τον κοίταξε ψάχνοντας μέσα στο πρόσωπό του τον τρόπο που θα συνέχιζε την ολοκλήρωση του έργου, της ξανάπε:
«Δεν σκέφτεσαι για να γράφεις, γράφεις για να σκέφτεσαι»
Έτσι, μ’ αυτόν τον τρόπο, χωρίς να έχει εκείνες τις μέρες την έμπνευση της δημιουργίας, ξανάπιασε το γλυπτό και η έμπνευση τής ήρθε σμιλεύοντας το. Σηκώθηκε όρθια και τράβηξε μαλακά το εκμαγείο από το πρόσωπό του. Πήρε μια πετσέτα, την έβρεξε με λίγο νερό και το σκούπισε.
Το πρόσωπο είχε χάσει το άσπρο νεκρικό χρώμα κι είχε πάρει εκείνο το ροδαλό, το ζωντανό, από τη ζεστασιά του νερού και του γύψου. «Μόνο η ποίηση μπορεί να νικήσει τον θάνατο. Κι ετούτη η σκόνη, ανακατεμένη με νερό, σου έδωσε ζωή και ποίηση, δάσκαλέ μου» είπε μέσα της κι ένα δάκρυ που δεν έτρεξε, θάμπωσε το μάτι της. Γύρισε απότομα απ’ την άλλη, σαν να μην ήθελε να τη δει ο νεκρός. Σήκωσε το χέρι της και σκούπισε το δάκρυ.
Με μια ελαφριά και συνάμα απότομη κίνηση γύρισε ξανά προς το μέρος του και τον κοίταξε λέγοντάς του σχεδόν θυμωμένα: Εσύ μού είχες πει ότι «η ποίηση είναι ελευθέρων ηθών, πάει μ’ όποιον της αρέσει κι όποιον γουστάρει!» Η ποίηση είναι εδώ δάσκαλε, με σένα θέλει να πάει αυτή τη στιγμή, μαζί με γύψο και νερό, για να σε μεταφέρουν στη μνήμη που σου ταιριάζει! Δεν με πείθει η ακινησία σου. Ακόμη και τώρα κινείσαι, ακόμα και τώρα μιλάς!» Με δυο βήματα πλησίασε το παράθυρο και το πρόσωπό της έκρυβε μια θυμωμένη σχεδόν, αγανάκτηση, ενός τέλους και μιας γραμμής που δεν μπορούσε να περάσει, για να ρωτήσει και να πάρει τις απαντήσεις της.
Έβγαλε έξω τα χέρια της και ξέπλυνε τα τελευταία απομεινάρια του γύψου. Σταμάτησε για λίγο, να δει τη βροχή και να ακούσει τον ήχο της στις απέναντι στέγες. Γύρισε μέσα και, χωρίς να τον κοιτάξει, πήρε μια καθαρή πετσέτα και τα σκούπισε. Το ήξερε ότι η δουλειά της είχε γίνει. Ο λόγος για τον οποίο την είχαν καλέσει είχε επιτευχθεί, μα κάτι δεν της πήγαινε. Η επικείμενη αναχώρησή της, έκρυβε ένα τέλος που δεν θα το άντεχε.
Τον κοίταξε με θάρρος και έναν φόβο, λες για μια στιγμή είχε σταθεί μόνη της χωρίς τον λόγο, τη διδασκαλία και τη συμβουλή του. Όπως, όμως, τον κοιτούσε για τελευταία φορά, ένιωσε ένα ελαφρύ λύγισμα στο γόνατό της. Μια φωνή εκείνη την ώρα, η φωνή του καθηγητή, ορθώθηκε μέσα της σαν στήριγμα:
«Να θυμάσαι» της είχε πει «το ωραιότερο μέρος του κόσμου, υπάρχουν στιγμές που είναι απελπιστικά μονάχο του. Γι’ αυτό συνέχισε, μην σταματάς να περπατάς. Αν σταματήσεις εσύ, τότε θα σταματήσουμε να περπατάμε εγώ, ο άλλος, η ίδια η ομορφιά, όλοι μας. Συνέχισε, συνέχισε….».
Ακούμπησε το χέρι της στο πρόσωπό του και το χάιδεψε. Έσκυψε και τον φίλησε στο μάγουλο.
«Σ’ ευχαριστώ» του είπε «σ’ ευχαριστώ πολύ για όλα, δάσκαλε, σ’ ευχαριστώ».
Σηκώθηκε, πήρε το εκμαγείο του προσώπου του καθηγητή, άνοιξε την πόρτα και βγαίνοντας είπε στην κυρία που περίμενε απ’ έξω: «Όλα εντάξει, μπορείτε να περάσετε».
