Πότε η ζήλεια γίνεται εμμονή;

Κατερίνα Μαλλιωτάκη
Κατερίνα Μαλλιωτάκη
Πότε η ζήλεια γίνεται εμμονή;

Μέσα από την ζήλια θα βιώσουμε αισθήματα απειλητικά όπως της οργής, της θλίψης, της ντροπής, της ανεπάρκειας, της απομόνωσης κά.

Της Κατερίνας Μαλλιωτάκη

 

Ο Δαρβίνος υποστήριζε ότι η ζήλια είναι ένα συναίσθημα το οποίο έχει γενετική καταβολή και για τα δύο φύλα, με κύριο στόχο την αναπαραγωγή. Οι άντρες μάλιστα  ζηλεύουν γιατί αναζητούν αποκλειστικότητα στην αναπαραγωγή από τη σύντροφό τους, ενώ οι γυναίκες επειδή αναζητούν την προστασία και την φροντίδα του αρσενικού, προκειμένου να αισθανθούν ασφάλεια.

Αντιθέτως οι κοινωνιολόγοι υποστηρίζουν ότι η ζήλια είναι μια κοινωνική συμπεριφορά που τη μαθαίνουμε. Όπως και να ‘χει, η ζήλια είναι ένα αίσθημα που οι περισσότεροι άνθρωποι κάποια στιγμή νιώθουν στη ζωή τους και συνδέεται, συνήθως, με μια υπαρκτή ή φαντασιακή απειλή πως κάποιο άλλο άτομο έχει γίνει αποδέκτης του ενδιαφέροντος, της αγάπης ή του πόθου του ατόμου που μας αφορά.

Μέσα από την ζήλια θα βιώσουμε αισθήματα απειλητικά όπως της οργής, της θλίψης, της ντροπής, της ανεπάρκειας, της απομόνωσης κά. Συνήθως την συναντάμε σε ερωτικές σχέσεις αλλά μπορεί να εμφανιστεί  και σε φιλικές ή επαγγελματικές. Αν θα μπορούσαμε να δούμε βαθιά τον ψυχισμό των ανθρώπων που ζηλεύουν  θα αντικρίζαμε ένα τεράστιο φόβο που δίνει την σκυτάλη του σε μια τεράστια οργή που σαν αποδέκτη του έχει το άτομο που θεωρούμε ως αντίζηλο. Με αυτό τον τρόπο δημιουργείται μια συνεχής καχυποψία που οδηγεί συχνά σε υπερβολές για «σενάρια του μυαλού» που μπορεί να συμβαίνουν ή όχι.

Γιατί κάποιοι ζηλεύουν περισσότερο από τους άλλους;

Οι άνθρωποι που έχουν προδιάθεση να ζηλεύουν συνήθως έχουν χαλαρές ή απρόβλεπτες σχέσεις με τους γονείς τους. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να τους δημιουργείται ένα αίσθημα ανασφάλειας και ασυνέπειας στον τρόπο που έχουν λάβει αγάπη. Π.χ εάν μια μητέρα ή ένας πατέρας δεν δείχνει σταθερότητα στον τρόπο που αγαπάει το παιδί του, δεν μπορεί να το φροντίσει ή να το προσεγγίσει συναισθηματικά( εξωσυζυγικές σχέσεις, πολύωρη εργασία, αδιαφορία ως προς τις ανάγκες του), το παιδί ψάχνει συνέχεια κάποιον που να του «γεμίζει» αυτό το κενό με αποτέλεσμα να εξαρτιέται ή να προσκολλάται εύκολα σε οποιοδήποτε  «δότη» αγάπης.

Αυτό το συναισθηματικό κλίμα στη ζωή ενός  παιδιού, είναι πιθανόν να δημιουργήσει  ανάγκες με  καχυποψία στις σχέσεις, και δυσκολία  στην μετέπειτα ζωή του. Συχνά, το άτομο που ζηλεύει νιώθει ανάξιο αγάπης και για το λόγο αυτό είναι καχύποπτο και δυσκολεύεται να πιστέψει πως κάποιος νοιάζεται για αυτό και δεν θέλει να το εγκαταλείψει. Η συνεχής αυτή ανασφάλεια δημιουργεί συνήθως έναν μόνιμο φόβο ότι κάποιος δεν τον αγαπά και τον απορρίπτει  με αποτέλεσμα να οδηγούμαστε  σε μια  συμπεριφορά από ακραίες εκδηλώσεις ζήλιας.

Οι αιτίες που κρύβονται πίσω από την ζήλεια έχουν να κάνουν και με τον τρόπο που   αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας (σαν άσχημο, άχρηστο, ανίκανο κλπ.) σαν άτομο, αλλά και τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τους άλλους( σαν άτομα που δεν μπορούμε να εμπιστευτούμε και να βασιστούμε πάνω τους). Έτσι, η χαμηλή αυτοεκτίμηση μπορεί να μας προκαλέσει συναισθήματα ανασφάλειας, με αποτέλεσμα να θέλουμε το «κοντά» με κτητικό τρόπο. Η κτητικότητα  δηλαδή να  είναι ο μόνος τρόπος που νομίζουμε ότι μας δίνει την ψευδαίσθηση του ελέγχου πάνω στον άλλον. Θέλοντας να μάθουμε που είναι, που πάει, με ποιον μιλάει ακόμα και τι σκέφτεται προσπαθούμε να τον ελέγξουμε καλύτερα για να αποφύγουμε μια προσωπική του απιστία.

Αν μπορούσαμε να παρομοιάσουμε την ζήλια με μια βδέλλα θα καταλαβαίναμε ότι όσο πιο πολύ έχει ανάγκη να παίρνει αγάπη από τον άλλον τόσο πιο πολύ «σφίγγει» τον κλοιό γύρω του με αποτέλεσμα να του «ρουφάει» το αίμα και να του κόβει την αναπνοή. Γι΄αυτό μάλιστα  και λέγεται πως το άτομο που ζηλεύει έχει περισσότερο ανάγκη να αγαπηθεί παρά να αγαπήσει. Σίγουρα το συναίσθημα της ζήλιας αυξάνεται και ενεργοποιείται  όταν υπάρχουν ουσιαστικές αφορμές.

 

Πότε η ζήλια γίνεται εμμονή;

Εξαιτίας των δυσκολιών διάκρισης ανάμεσα σε φυσιολογική και μη ψυχωσική ζήλια, προτάθηκε η χρησιμοποίηση του όρου  «παθολογική ζήλεια». Ωστόσο τείνει να θεωρηθεί ότι όταν υπάρχει αντικειμενική αιτία ύπαρξής της, θεωρείται ως φυσιολογική και όταν δεν υπάρχει, ως παθολογική συμπεριφορά. Ο φημισμένος μάλιστα ψυχοθεραπευτής Albert Ellis χαρακτηρίζει τη ζήλια «αυτοπροκαλούμενη μιζέρια», με την έννοια ότι το άτομο θέλει και ζηλεύει.

Τώρα αν αναζητήσουμε εννοιολογικά την λέξη εμμονή θα δούμε ότι είναι η προσήλωση σε κάτι σε βαθμό υπερβολικό. Η υπερβολή αυτή μάλιστα είναι η ίδια που μας οδηγεί να έχουμε την ανάγκη  κάποιος να «μας» ανήκει και να μας «αγαπά» για να ισορροπήσει απλά και μόνο την ανασφάλεια μας ως προς την αυτοεικόνα μας.

Είναι σημαντικό να καταλάβουμε από την αρχή ότι οι άνθρωποι που ζηλεύουν είναι αυτοί που δεν αγαπήθηκαν στο βαθμό που ήθελαν και με τις πράξεις που περίμεναν. Αν βλέπουμε τον εαυτό μας σαν μη γοητευτικό, ανάξιο να αγαπηθεί και ανεπαρκή, φυσικά και δεν μπορούμε να περιμένουμε κάτι θετικό από τον άλλον. Αν πιστεύουμε πως δεν αξίζουμε να μας αγαπήσουν, και  όλοι θα μας εγκαταλείψουν ή θα μας πληγώσουν τότε είναι εύλογο αυτό να γίνει.  Αν, πάλι, θεωρούμε πως δεν μπορούμε να ζήσουμε μόνοι μας ή ότι κάτι κακό θα μας συμβεί κάποια στιγμή, τότε είναι μάλλον η ανασφάλεια, που μας κτυπά την πόρτα.

Για όλα υπάρχει μια λύση.

Η ζήλεια ψυχοθεραπευτικά έχει να κάνει με τον τρόπο που βλέπουμε τον εαυτό μας και όχι με τον τρόπο που μας βλέπει ο άλλος. Αν παραδεχθούμε  ότι βιώνουμε  το συναίσθημα της ζήλιας είναι το πρώτο στάδιο που μπορεί να μας οδηγήσει στην λύση της. Συνήθως ο άνθρωπος που ζηλεύει αναζητά συνεχώς τη βεβαιότητα πως μπορεί να ελέγξει τη σχέση. Αυτή η βεβαιότητα όμως είναι απλώς μια ψευδαίσθηση, καθώς η ίδια η καθημερινότητα επιβεβαιώνει ότι αυτό είναι αδύνατο. Όσο πιο πολύ έλεγχο λοιπόν θέλουμε να χούμε και δεν τον έχουμε τόσο πιο πολύ εγκλωβιζόμαστε στα δίχτυα της ζήλιας.

Από την άλλη πλευρά είναι σκόπιμο να αντιμετωπίσουμε την ζήλια κατάματα, στρέφοντας την προσοχή πάνω μας , στις δικές μας δηλαδή ανάγκες καθώς  και στον τρόπο που θέλουμε να νοιώθουμε ασφαλείς. Στρέφοντας τον καθρέπτη σε εμάς  θα εστιάσουμε στην εικόνα μας και στον τρόπο που θέλουμε να υπάρχουμε. Μ αυτόν τον τρόπο θα ξανά κερδίσουμε την χαμένη αυτοεκτίμηση μας για να αισθανόμαστε περισσότερη ασφάλεια, σιγουριά και εμπιστοσύνη στον εαυτό μας χωρίς να «ζητιανεύουμε» από τον άλλο.

Εξάλλου μην ξεχνάτε ότι τελικά μια σχέση αποχτά περισσότερα εφόδια όταν προσφέρει μεγαλύτερη ασφάλεια, ελευθερία και εμπιστοσύνη. Είναι σημαντικό να συνειδητοποιήσουμε ότι οι γύρω μας δεν είναι ιδιοκτησία μας και με το να είμαστε κτητικοί το μόνο που καταφέρνουμε είναι να καταπιέζουμε και να απομακρύνουμε τους άλλους από εμάς. Σε μια καλή και αρμονική σχέση οι σύντροφοι δεν μένουν μαζί για φοβούνται, τραμπουκίζονται ή ζορίζονται στο μαζί αλλά ως ελεύθεροι άνθρωποι, επιλέγουν,  ποθούν και αποφασίζουν να είναι σε σχέση κοντινή με τον άλλον. Οτιδήποτε άλλο αφορά ανθρώπους που φοβούνται να συνδεθούν, να δώσουν και να πάρουν κάτι λιγότερο και κάτι μεγαλύτερο από τον υγιή τους εαυτό!

 

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

ΣΤΕΙΛΕ ΤΗΝ ΕΙΔΗΣΗ