Η τυφλή Θέμιδα και το φάντασμα του Θουκυδίδη

Η Δημοκρατία δεν πηγαίνει στο απόσπασμα μόνο με τα πραξικοπήματα και τις ερπύστριες των τανκς. Καταργείται και με μικρές καθημερινές σημειολογίες ατυχών δικαστικών κρίσεων

Του Κωστή Ε. Μαυρικάκη (*)

Λένε πως η Θέμιδα είναι τυφλή για να απονέμει τη Δικαιοσύνη αμερόληπτα. Στην Ελλάδα όμως, υπάρχουν στιγμές που υποψιάζεσαι ότι αν δεν είναι τελείως τυφλή, τουλάχιστον είναι αποπροσανατολισμένη. Σαν να χάνει το αζιμουθιό της και να μπαίνει, δεικτικά πλέον,σε λάθος μονοπάτια και ατραπούς, πέρα και έξω από τα νερά της. Και τότε παραφράζοντας τον Breton στα μανιφέστα του «…η λογική που δικάζει είναι η ίδια με την οποία αρνείται να δει, και η άρνηση αυτή ονομάζεται Τάξη».
Δεν χρειάζεται πράγματι φιλοσοφική και ιστορική κατάρτιση για να ακούσεις και να εκπλαγείς (αν δεν απογοητευτείς), πως σε μια χώρα που γέννησε την Εκκλησία του Δήμου, το δημόσιο αντίλογο και την πολιτική σάτιρα, ένας πολίτης μπορεί να καθίσει στο εδώλιο ως κατηγορούμενος επειδή αποκάλεσε δημόσια έναν αιρετό της τοπικής αυτοδιοίκησης ως «πολιτικό ψεύτη». Όχι απατεώνα. Όχι εγκληματία. Όχι σφετεριστή του θρόνου των Μυκηνών. Απλά «πολιτικό ψεύτη». Μια φράση με έναν επιθετικό προσδιορισμό τόσο κοινό στηνελληνική και παγκόσμια δημόσια ζωή, ώστε αν τον ποινικοποιήσεις ολοκληρωτικά, κινδυνεύουν να αδειάσουν τα καφενεία, τα δημοτικά συμβούλια, τα πάρκα  και τα μισά οικογενειακά τραπέζια της χώρας και όλου του κόσμου.
Η υπόθεση αποκτά μάλιστα μια σχεδόν αρχαιοελληνική ειρωνεία. Ο πολίτης αθωώνεται για τη συκοφαντική δυσφήμιση, δηλαδή το δικαστήριο δέχεται ουσιαστικά ότι δεν αποδείχθηκε ψευδές γεγονός η κατηγορία, αλλά καταδικάζεται απλά για …εξύβριση. Σαν να λέει η ανεξάρτητη και τυφλή Δικαιοσύνη: «Δεν είπες ψέματα, αλλά δεν ήταν και ευγενικό να το πεις έτσι βρε αδερφέ». Πρόκειται για εκείνη τη λεπτή νομική αισθητική όπου η ελευθερία του λόγου επιτρέπεται μεν, αρκεί να είναι αποστειρωμένη, απονευρωμένη και αρωματισμένη με κλωνάρια βασιλικού δε.
Αναρωτιέται κανείς τι θα γινόταν ο δημόσιος βίος της Αθήνας του Περικλή αν ίσχυαν ανάλογες ευαισθησίες. Ο Αριστοφάνης πιθανότατα θα έγραφε τις κωμωδίες του αν όχι από τον Κορυδαλλό, σίγουρα από τη Μακρόνησο. Ο Δημοσθένης θα πάλευε με τα ασφαλιστικά μέτρα του Φιλίππου, και ο ίδιος ο Θουκυδίδης ίσως να βρισκόταν κατηγορούμενος επειδή περιέγραφε με υπερβολική ακρίβεια την ηθική αποσύνθεση της εξουσίας.
Ο μέγας ιστορικός και γεωπολιτικός αναλυτής, δεν έγραφε παιδικά παραμύθια. Περιέγραφε μεταξύ άλλων πώς οι λέξεις διαστρέφονται όταν η κοινωνία αρρωσταίνει. Πώς η εξουσία επιδιώκει όχι μόνο να ελέγχει τις πράξεις, αλλά και τις έννοιες. Πώς ο δημόσιος λόγος γίνεται αρρωστημένος, φοβισμένος, άτολμος, γεμάτος υπαινιγμούς αντί για αλήθειες. 
Ίσως το πιο ανησυχητικό, στα όρια του τραγικού, δεν είναι η αυστηρότητα ορισμένων δικαστικών κρίσεων, που δεν έχουν να ζηλέψουν σε τίποτα από τα σημερινά δικαστήρια του Πούτιν και του Ερντογάν, αλλά το μήνυμα που αυτές εκπέμπουνκαι που είναι σαφέστατο: «Μιλήστε, αλλά προσέξτε πολύ. Η εξουσία έχει ευαίσθητη ψυχή  και η Νέμεσις δεν αστειεύεται».
Και βέβαια κανένας σοβαρός άνθρωπος δεν υποστηρίζει ότι η δημόσια ζωή πρέπει να μετατραπεί σε αρένα χυδαιότητας, όπως τη ζούμε καθημερινά δυστυχώς. Η Δημοκρατία δεν απαιτεί υβριστές· απαιτεί πολίτες που μπορούν να ασκούν σκληρή κριτική χωρίς εκπτώσεις, χωρίς να φοβούνται ότι θα αντιμετωπίζονται περίπου ως τρομοκράτεςγια τη δημόσια τάξη. Διότι όταν ένας αιρετός, πρόσωπο εκτεθειμένο εξορισμού στηδημόσια κριτική, καταφεύγει στα ποινικά δικαστήρια αφούνομίζει ότι θίχτηκε επειδή τον αποκάλεσαν δημόσια «πολιτικό ψεύτη» και όταν η Δικαιοσύνηαποφασίζει ότι ο χαρακτηρισμός αυτός δεν αποτελεί κρίση αλλά συκοφαντία και εξύβριση, τότε κάτι βαθύτερο τρίζει μέσα σταθεμέλια του πολιτεύματος που δεν γλίτωσε τελείως και μόνο με την εξάρθρωση της Χρυσής Αυγής.
Συνάμα το ανησυχητικό έως και τραγικό, είναι ότι στο στόχαστρο βρίσκονται συχνά άνθρωποι που συμμετέχουν στα κοινά όχι από επάγγελμα, αλλά από πείσμα, ζώπυρο ενδιαφέρον και ανιδιοτελή αγάπη για προσφορά στον τόπο τους. Εθελοντές, ενεργοί πολίτες, άνθρωποι που συμμετέχουνστα αθλήματα των κοινών υποθέσεων, αντί να αφιερώνουν τον ελεύθερο χρόνο τους στον εαυτό τους και στις οικογένειές τους. Εκείνοι δηλαδή που υποτίθεται πως κάθε δημοκρατία τους χρειάζεται για να αναπνέει και να μην καταρρεύσει. Αν τους νεύσεις ότι κάθε soft αλλά και αιχμηρή φράση δημόσιας κριτικής μπορεί να οδηγήσει σε δικαστικές περιπέτειες, τότε σταδιακά θα επιβιώσει μόνο ο σιωπηλός, ο αδιάφορος, ο αμέτοχος και εκείνοι που ο λαός στα καφενεία τους ονομάζει «λαμόγια». Θα βρίθουν δηλαδή τότε, αυτοί που ο Θουκυδίδης χαρακτήριζε «αχρείους» στον Επιτάφιό του, και που αυτός στάθηκε πολύ τυχερός που δεν κρίθηκε από τη σημερινή Δικαιοσύνη ως δυσφημιστής και συκοφάντης.
Κάπως έτσι η στρατευμένη Θέμιδα, στην προσπάθειά της να προστατεύσει τον διπολικό ναρκισσισμότων δημόσιων καλαμιών που ξεχειλίζουν γύρω μας στην αυτοδιοίκηση και όχι μόνο, κινδυνεύει να ακρωτηριάσει την ίδια τη λειτουργία του Πολιτεύματος. Γιατί η Δημοκρατία δεν πηγαίνει στο απόσπασμα μόνο με τα πραξικοπήματα και τις ερπύστριες των τανκς. Καταργείται και με μικρές καθημερινές σημειολογίες ατυχών δικαστικών κρίσεων. Με πολίτες που σκέφτονται δυο φορές πριν μιλήσουν. Με δικαστές που επιβάλλουνστο δημόσιο λόγο να περπατά με τις πιτζάμες και στις μύτες των ποδιών του.
Ίσως γι’ αυτό, αν περιπλανιέται ακόμη το φάντασμα του Θουκυδίδη πάνω από αυτή την τραγική χώρα, να μην εξοργίζεται τόσο με τους πολιτικούς. Αυτούς τους γνώριζε καλά. Ίσως να απορεί περισσότερο με μια κοινωνία που ανέχεται να αντιμετωπίζεται και η πιο επιεικής πολιτική κριτική ως ποινικό ατόπημα που κολάζεται από την Ελληνική Δικαιοσύνη.
Και ίσως, κάπου μέσα στις αίθουσες των δικαστηρίων, το φάντασμα του Θουκυδίδη να ψιθυρίζει ειρωνικά εκείνη τη μεγάλη αθηναϊκή αλήθεια: Ότι η ελευθερία δεν καταργείται πάντα από τους τυράννους. Μερικές φορές καταργείται από ανθρώπους που πιστεύουν πως προστατεύουν την Τάξη, ενώ στην πραγματικότητα φοβούνται το Λόγο και την κριτική σκέψη.«Και τότε εφάνη πως η Δικαιοσύνη είχε δεμένα μάτια. Όχι για να μη βλέπει, αλλά για να μη γνωρίζει ποιον έκρινε» έγραψε κάποτε με νόημα ο δικός μας, ο Νίκος Εγγονόπουλος.

(*)Ο κ. Κωστής Ε. Μαυρικάκης είναι Πολιτικός Μηχανικός ΕΜΠ

 Κεντρική φωτογραφία: Σκίτσο του Κ. Γρηγοριάδη (29.04.2026) από την Εφημερίδα των Συντακτών. 
 

Σχετικά Tags

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

Στείλε την είδηση