ΑΠΟΨΕΙΣ
Θουκυδίδης και Ευριπίδης πάνε στο Ιράν
Η ιδέα ότι η στρατιωτική υπεροχή μπορεί να επιβάλει μια γρήγορη λύση απέναντι σε ένα κράτος με πληθυσμό, γεωγραφία, πολιτισμική αντοχή και μακρά ιστορία όπως το Ιράν, θυμίζει την αθηναϊκή βεβαιότητα πριν από τη Σικελία
Του ΚΩΣΤΗ Ε. ΜΑΥΡΙΚΑΚΗ (*)
«Τέσσερεις στρατηγοί κινάν και παν
για πόλεμο στο μακρινό Ιράν
Μα ο πρώτος από πόλεμο δεν κάτεχε
ο δεύτερος στις κακουχίες δεν άντεχε
ο τρίτος ήταν υποκείμενο γελοίο
κι ο τέταρτος δεν άντεχε το κρύο.
Τέσσερεις στρατηγοί κινάν και παν
αλλά δε φτάνουνε ποτέ στο Ιράν» (1)
Αν ο Θουκυδίδης ζούσε σήμερα, ίσως να μην επισκέπτονταν τις βιβλιοθήκες των μεγάλων πανεπιστημίων και τις αίθουσες των διεθνών συνεδρίων. Θα πήγαινε σίγουρα στη Μέση Ανατολή και στο Ιράν. Όχι από περιέργεια για τη σοφία της Ανατολής, αλλά για να αναγνωρίσει εκεί κάτι οδυνηρά οικείο σε αυτόν. Εκεί όπου η ιστορία γράφεται με τον παλιό ανατριχιαστικό τρόπο. Με φωτιά, φόβο και αίμα από μια μεγάλη δύναμη που πιστεύει ότι η ισχύς και η υπεροπλία της είναι αρκετά για να αλλάξουν την Ιστορία του κόσμου.
Ο ιστορικός του Πελοποννησιακού Πολέμου δεν έγραψε απλά ένα χρονικό πολεμικών συγκρούσεων. Συνέγραψε μια διαχρονική πραγματεία για την ύβρη της δύναμης. Κατέγραψε πώς μια πόλη που πίστευε ότι η ισχύς της ήταν ακαταμάχητη, οδηγήθηκε σταδιακά σε αποφάσεις που την κατέστρεψαν. Και κατέδειξε την ψευδαίσθηση των υπερδυνάμεων και των αυτοκρατοριών, ότι η ισχύς τους είναι άτρωτη και ότι οι αντίπαλοι θα υποταχθούν επειδή «έτσι το κελεύει η λογική της ισχύος».
Οι Αθηναίοι στην εποχή τους, ήταν η υπερδύναμη της Μεσογείου. Η λαμπερή πόλη του Περικλή είχε στρατό, στόλο, χρήμα, συμμάχους και αυτοπεποίθηση. Πίστευε ότι η ισχύς και η δόξα της ήταν τόσο μεγάλες, ώστε μπορούσαν να μετατρέπουν κάθε κρίση σε στρατηγικό πλεονέκτημα. Όμως ο Θουκυδίδης περιέγραψε κάτι σκοτεινό που διέφευγε της λαμπερής πόλεως. Όταν μια δύναμη αρχίζει να φοβάται ότι χάνει το πλεονέκτημά της, γίνεται πιο επιθετική, και εν πολλοίς πιο απερίσκεπτη. Αυτή είναι ίσως και η πιο επίκαιρη παρατήρηση του διαχρονικού έργου του Θουκυδίδη.
Στον 21ο αιώνα η αντιπαράθεση ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ από τη μια και το Ιράν από την άλλη, θυμίζει σε πολλά τη λογική των μεγάλων συγκρούσεων της αρχαιότητας. Όχι επειδή οι συνθήκες είναι ίδιες, αλλά επειδή τα ανθρώπινα κίνητρα παραμένουν το ίδιο αναλλοίωτα στο χρόνο: φόβος, τιμή και συμφέρον. Ο ίδιος ο Θουκυδίδης έγραψε ότι αυτά είναι τα τρία θεμέλια κάθε πολέμου.
Στον Πελοποννησιακό Πόλεμο, οι Αθηναίοι πίστεψαν ότι η στρατηγική τους ευφυΐα μπορούσε να υπερνικήσει τη γεωγραφία και την αντοχή των αντιπάλων. Η πιο χαρακτηριστική στιγμή αυτής της αλαζονείας ήταν η Σικελική Εκστρατεία. Ο Αλκιβιάδης παίζει στα ζάρια τις ζωές ενός ολόκληρου λαού και την τύχη της Αθήνας. Μια τεράστια στρατιωτική επιχείρηση που σχεδιάστηκε ως θρίαμβος, κατέληξε σε συντριβή και πανωλεθρία. Ολόκληρος ο στόλος χάθηκε, ο στρατός εξοντώθηκε και η αθηναϊκή αυτοκρατορία άρχισε να καταρρέει.
Ο Θουκυδίδης δεν τα έβαλε απλά με την κακή τύχη. Διέκρινε κάτι βαθύτερο με την ψύχραιμη και καθαρή ματιά του. Είδε τη στιγμή όπου η στρατηγική σκέψη αντικαθίσταται από την πολιτική αυταπάτη.
Στις σημερινές συγκρούσεις της Μέσης Ανατολής υπάρχει μια ανάλογη ψυχολογία και σκηνικό. Η ιδέα ότι η στρατιωτική υπεροχή μπορεί να επιβάλει μια γρήγορη λύση απέναντι σε ένα κράτος με πληθυσμό, γεωγραφία, πολιτισμική αντοχή και μακρά ιστορία όπως το Ιράν, θυμίζει την αθηναϊκή βεβαιότητα πριν από τη Σικελία. Οι πόλεμοι όμως δεν κρίνονται μόνο από τα όπλα. Κρίνονται από το χρόνο, την αντοχή, τη βούληση και πολλά άλλα. Ο Θουκυδίδης θα το έθετε πιο ψυχρά: Οι πόλεμοι κερδίζονται μόνον από εκείνους που αντέχουν περισσότερο.
Η στρατηγική σκέψη του μεγάλου ιστορικού δεν ήταν ηθική καταγγελία. Ήταν κυρίως κυνική διαπίστωση. Στον περίφημο «διάλογο των Μηλίων», οι Αθηναίοι δήλωναν ότι «οι ισχυροί πράττουν όσα τους επιτρέπει η δύναμή τους». Και όμως, λίγα χρόνια αργότερα, η ίδια η Αθήνα βρέθηκε στον παρανομαστή των αδυνάμων.
Η ειρωνεία της ιστορίας είναι ότι καμιά μεγάλη δύναμη δεν πιστεύει πως μπορεί να ηττηθεί, μέχρι τη στιγμή που αυτό θα συμβεί.
Αλλά αν ο Θουκυδίδης στεκόταν σήμερα μπροστά στα ερείπια κάποιας βομβαρδισμένης πόλης της Μέσης Ανατολής, εκεί θα υπήρχε και ένας άλλος Έλληνας που θα τον περίμενε. Ο τραγικός ποιητής Ευριπίδης. Γιατί ενώ ο Θουκυδίδης περιέγραψε την ψυχρή λογική της ισχύος, ο Ευριπίδης ανέδειξε το ανθρώπινο τίμημα της.
Στο έργο του «Τρωάδες», που γράφτηκε επίσης μέσα στη δίνη του Πελοποννησιακού Πολέμου, δεν υπάρχει θρίαμβος. Δεν υπάρχουν ήρωες που επιστρέφουν νικητές. Υπάρχουν μόνο γυναίκες που περιμένουν να μάθουν ποια μοίρα θα τους επιφυλάξουν οι κατακτητές. Η Εκάβη, η Κασσάνδρα, η Ανδρομάχη στέκονται μέσα στα καπνισμένα ερείπια της Τροίας και περιμένουν το χειρότερο.
Και το χειρότερο έρχεται. Το μικρό Αστυάνακτα, το γιο του Έκτορα, τον γκρεμοτσακίζουν από τα τείχη της πόλης για να μη μεγαλώσει και εκδικηθεί. Η Ανδρομάχη οδηγείται στη σκλαβιά. Το Ίλιον παραδίδεται στις φλόγες.
Ο Ευριπίδης έγραψε το έργο αυτό λίγο μετά την αθηναϊκή σφαγή της Μήλου, σαν μια σιωπηλή πνευματική κατηγορία εναντίον της ίδιας της πόλης του.
Αν ο Θουκυδίδης εξηγεί γιατί ξεσπούν οι πόλεμοι, οι «Τρωάδες» του Ευριπίδη δείχνουν ό,τι απομένει μετά από αυτούς.
Σήμερα, στις συγκρούσεις της Μέσης Ανατολής, οι στρατηγικοί αναλυτές μιλούν για πυραύλους, ισορροπία ισχύος και γεωπολιτική. Ο Θουκυδίδης θα κατανοούσε αυτή τη γλώσσα. Ήταν άλλωστε ο πρώτος μεγάλος αναλυτής της.
Ο ομαίματός του όμως Ευριπίδης θα ρωτούσε και κάτι άλλο: Ποιές θα είναι οι Εκάβες αυτού του πολέμου και ποιές πόλεις θα γίνουν οι επόμενες Τροίες;
Γιατί στο τέλος κάθε σύγκρουσης, όταν τα όπλα σιγήσουν, οι στρατηγοί σιωπήσουν και οι αυτοκρατορίες μετρήσουν τα κέρδη και τις απώλειές τους, μένει πάντα η ίδια φρίκη που περιγράφουν οι αρχαίες τραγωδίες. Πόλεις που έγιναν στάχτες, άνθρωποι που αφανίζονται, και όσοι ξεμείνουν να θρηνούν πάνω στα ερείπιά τους.
Και αν ο Θουκυδίδης πήγαινε ξανά σήμερα στο Ιράν, πιθανότατα δεν θα έγραφε για πυραύλους, drones ή αεροπλανοφόρα. Θα έγραφε για κάτι που επαναλαμβάνεται εδώ και δυόμισι χιλιάδες χρόνια: Θα έγραφε ξανά για την τραγωδία των υπερδυνάμεων που πιστεύουν ότι είναι άτρωτες, ότι η ισχύς τους είναι ταυτόσημη με τη νίκη.
Και θα έκλεινε το βιβλίο του με μια οικτρή παρατήρηση, που ίσως και στις μέρες μας μπορεί να επαναληφθεί ως φάρσα. Ότι η Ιστορία δεν τιμωρεί την αδυναμία. Τιμωρεί την ύβρη.
(*) O Κωστής Ε. Μαυρικάκης είναι Πολιτικός Μηχανικός ΕΜΠ.
(1) Οι προφητικοί (και ανατριχιαστικά επίκαιροι) στίχοι, είναι από την πασίγνωστη ποιητική συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη «Τα ρω του Έρωτα» (1972) μελοποιημένοι από τον Μάνο Χατζιδάκι.
