Διακρίνεις μια τέλεια εθνική ενότητα, ένα πάθος, μια λεβεντιά;

Διακρίνεις μια τέλεια εθνική ενότητα, ένα πάθος, μια λεβεντιά;
Μαρία Λιονάκη
Μαρία Λιονάκη

Τη σημαία τη βρήκες από την αποθήκη; Την αέρισες; Πρωί πρωί τη Δευτέρα να την κρεμάσεις στο μπαλκόνι. Από τη βορινή πλευρά

της Μαρίας Λιονάκη


Κηφισιά, 28 Οκτωβρίου 1940

«Καιρός θαυμάσιος, καταγάλανος ουρανός. Πλήθη νέων [...] έχουν χυθεί στους κεντρικούς δρόμους, με λάβαρα, σημαίες, δάφνες, μουσικές. [...] O κόσμος συμμετέχει σ’ αυτές τις εκδηλώσεις, χειροκροτεί, ζητωκραυγάζει. Είχα πολλά, πάρα πολλά χρόνια να δω τέτοιον ενθουσιασμό στην Αθήνα. Αισθάνεται κανείς ένα πάθος μες στον αέρα, ένα φανατισμό, μια λεβεντιά. Ξύπνησε το ελληνικό φιλότιμο, είναι κάτι ωραίο. Και μια τέλεια εθνική ενότητα. Είναι η πρώτη φορά στη ζωή μου που αισθάνουμαι τέτοιαν ομόνοια να βασιλεύει στον τόπο.» Γιώργος Θεοτοκάς

Καιρός θαυμάσιος, κλείσε το παράθυρο. Μπαίνει απ’ έξω μια απαίσια μυρωδιά. Είπαν πως η απεργία των υπαλλήλων της καθαριότητας έληξε. Πως θα τα μαζέψουν τα σκουπίδια. Εσπευσμένα ενόψει εθνικής εορτής. Πριν υψώσουν τις σημαίες στα δημόσια κτίρια, πριν παρελάσουν τα στρατιωτικά αγήματα, θα παρελάσουν τα απορριμματοφόρα. Πρώτα όμως από το κέντρο θα ξεκινήσουν. Τους γύρω από το κέντρο δρόμους θα καθαρίσουν. Εκεί που θα στηθεί η εξέδρα των επισήμων. Βάλε πότε θα έρθουν από δω. Είναι και αργία τη Δευτέρα… τέλος της αλληνής εβδομάδας να τους περιμένεις. Ως τότε κράτα το παράθυρο κλειστό.

Πήρες τη μάνα σου τηλέφωνο; Πήρε το απόγευμα νωρίς και σε γύρευε. Μόλις είχα ξαπλώσει, με ξύπνησε. Γύρισα πάλι σήμερα κατάκοπη απ’ τη δουλειά. Τελευταία στιγμή όλοι περιμένουν να κάνουν τα ψώνια τους. Όλη τη βάρδια στα ψυγεία την πέρασα. Πάγωσα. Όλη μέρα ανάμεσα στις γαλοπούλες, τα ζαμπόν και τα τυριά. Να κόβω, να ζυγίζω να κόβω, να ζυγίζω κι ο κόσμος απ’ έξω, απ’ την άλλη μεριά, ουρά. Κι όλοι να βιάζονται… κι άκου να δεις, να μαλώνουν για τη σειρά! Την έχουμε ξεχάσει είπε, η μάνα σου καλέ, μα εμείς να είμαστε καλά! Κάτι για τις ελιές που είναι απότιστες καιρό και δε βρέχει είπε, κάτι πως πονάνε τα πόδια της, μα σάμπως μιλάει κι αυτή καθαρά; Σαν την Πυθία τα λέει. Να βρούμε εργάτες είπε να μαζέψουν τις ελιές. Αλλοδαπούς για πιο φτηνά. Κοίτα να δεις. Η κυρα- Πολυξένη που έβλεπε ξένο και ξίνιζε τα μούτρα της, τώρα τους προτιμά. Λες να θέλει να φιλοξενήσει απ’ έξω παιδιά; Προσφυγόπουλα καλέ. Άκουσες τις δυσκολίες που υπάρχουν για τη φιλοξενία τους; Θυμάσαι ένα παιχνίδι που παίζαμε μικρά, την κολοκυθιά; Έρημα παιδιά.

Πέρασες από την Ελένη να σου δώσει τη στολή της κόρης της; Να το ξεχάσει η δικιά μας πως θα την αφήσω να παρελάσει με την φούστα την περυσινή. Ψήλωσε, δεν της κάνει πια. Η φούστα είναι κοντή. Να μας πιάσει στο στόμα της θέλει η γειτονιά; Να μας κάνουν στα μέσα ρεπορτάζ; Κάτι τέτοια ψάχνουν κι αυτοί, όταν έχουν αναδουλειά. Κοίτα την, κοίτα την μια τεμπελιά. Δεν ξεκολλά από τα παιχνίδια τα ηλεκτρονικά. Είναι περήφανη αυτή που είναι Ελληνίδα; Που οι πρόγονοι της πολέμησαν στης Αλβανίας τα βουνά; Που απελευθέρωσαν το Αργυρόκαστρο, την Κορυτσά; Της είπες τι γιορτάζουμε; Μην τη ρωτήσει κανείς και γίνουμε ρεζίλι... Τους Τούρκους νομίζουν πως διώξαμε το 1940 στης Πίνδου τα βουνά. Εντελώς ανιστόρητη η νέα γενιά.

Τη σημαία τη βρήκες από την αποθήκη; Την αέρισες; Πρωί πρωί τη Δευτέρα να την κρεμάσεις στο μπαλκόνι. Από τη βορινή πλευρά. Μην γκρεμοτσακιστείς πρόσεχε. Φτάνει η γκρίνια της μαμάς. Από εκεί που μένει ο εισαγγελέας να την κρεμάσεις . Η γυναίκα του, άμα με συναντήσει στο φούρνο, δεν καταδέχεται να μου μιλά. Λες κι έχουμε ταξική διαφορά. Μυαλά προπολεμικά. Πάλι τινάζει η από πάνω χαλιά; Πρόλαβε και τα έστρωσε; Κλείσε το παράθυρο. Θα βγούμε απόψε, Σάββατο βράδυ είναι, θα πάμε πουθενά; Τόση ώρα σου μιλάω, εσύ γιατί δε μιλάς; Από τους φίλους μας πήρε κανείς τηλέφωνο; Μπορείς να μου πεις, γιατί μάλωσες τις προάλλες με τον Γιώργο για τα πολιτικά; Πολύ ησυχία έχει. Άνοιξε το παράθυρο!

Διακρίνεις μια τέλεια εθνική ενότητα, ένα πάθος, έναν ενθουσιασμό, μια λεβεντιά;

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

ΣΤΕΙΛΕ ΤΗΝ ΕΙΔΗΣΗ