Γιορτή του πατέρα σήμερα. Απ' το ολότελα...

Μαρία Λιονάκη
Μαρία Λιονάκη
Γιορτή του πατέρα σήμερα. Απ' το ολότελα...

Γυναίκα ήταν σίγουρα στο γραφείο διακανονισμού των εορτών.

Της Μαρίας Λιονάκη

Γιορτή του πατέρα την …τρίτη Κυριακή του Ιούνη!  Φέξε μου και γλίστρησα. Πάλι καλά που δεν είναι Ιανουάριο ή Φεβρουάριο δηλαδή. Με τα κρύα, τις βροχές, τα χιόνια, τους βοριάδες. Να θες να  στολιστείς, να βγεις έξω να γιορτάσεις  και να βρέχει με το τουλούμι. Μα είναι δυνατόν; Ούτε την πρώτη Κυριακή, ούτε τη δεύτερη, μα την τρίτη; Πώς σας ξέφυγε και πήγε τόσο μακριά, πώς δεν το κυνηγήσατε, δε βάλατε ένα μέσον πολιτικό, δεν κάνατε ένα reserve από πριν;  Στην τύχη, όπως λάχει, το αφήσατε το θέμα, λες και δεν ήταν μείζον. Πώς φαίνεται πως δεν τα πάτε καλά, ως άντρες,  με τις ημερομηνίες, γιορτές, γενέθλια, επετείους, κυρίως αυτές. Μεταξύ μας,  η μόνη γιορτή που σας πετυχαίνει είναι τα bachelor party. Πώς φαίνεται πως δεν το έχετε, ως άντρες πάλι, μετά συγχωρήσεως, με την πρόβλεψη. Προμηθειών,  μην τύχει κάτι,  ένας πόλεμος, ένα ιός, αστρολογίας, ζωδίων και λοιπών μαντειών.

Γιορτή του πατέρα την τρίτη Κυριακή του Ιούνη. Μια χαρά σας είναι! Γυναίκα ήταν σίγουρα στο γραφείο διακανονισμού των εορτών. Που σας είχε άχτι. Αφού σας έδωσε κι αυτή την ημερομηνία ευχαριστημένοι να είστε. Κάλλιστα θα μπορούσε να τρενάρει την υπόθεσή σας, να αποσιωπήσει το θέμα, να εξαφανίσει το φάκελό σας, να κάνει ένα σαμποτάζ, μποϊκοτάζ στην αίτησή σας, να τη σκίσει, χωρίς να αφήσει δαχτυλικά αποτυπώματα, πειστήρια και ούτε γάτα, ούτε ζημιά. Άντε τρέχα, γύρευε μετά. Στον Άρειο Πάγο θα πηγαίνατε; Ξέρετε πόσα θέλουν οι δικηγόροι,  χαρτόσημα, παράβολα, αμοιβή;  

Γιορτή του πατέρα την τρίτη Κυριακή του Ιουνίου. Τόσες γιορτές σας προσπέρασαν χαμπάρι δεν πήρατε. Πρωτοκλασάτες, αγίων  γνωστών,  μα κι άλλες,  αυτών που έχουν ασυνήθιστα ονόματα και μπήκαν δευτερευόντως ( με μέσον)  στο δημόσιο εορτασμό. Εμ βέβαια…Αν ήταν αγώνας ποδοσφαιρικός, τζόκερ, τυχερό παιχνίδι, στοίχημα, τάβλι με το φίλο στο καφενείο, (τσιλιμπούρδισμα)  απ’ τους πρώτους θα τρέχατε. Μα γιορτή…που έχει και έξοδα, ρούχα, κεράσματα…πεταμένα λεφτά; Τέλος πάντων, ας είναι. Απ’ το  ολότελα…

Γιορτή του πατέρα την τρίτη Κυριακή του Ιούνη.  Κι ας αλλάξουμε mood! Πηγαίνοντας για λίγο στο παρελθόν. Γιορτή   λοιπόν σήμερα,  του αγέλαστου,  απρόσιτου, αυστηρού πατέρα  άλλης κοπής, μιας άλλης εποχής. Του πατέρα παλαιών αρχών. Που  συννέφιαζε κι ήταν σαν το Δία με τις αστραπές και τις βροντές. Που κάρφωνε με το βλέμμα κι αντιλαλούσαν λόγγοι, βουνά, ραχούλες. Που  τίποτα δεν του ξέφευγε, όλα τα επιθεωρούσε, όλοι τον έτρεμαν. Που δε δεχόταν να του αντιμιλήσει η γυναίκα του, να βγει έξω ασυνόδευτη, που δεν ενέκρινε βόλτες, παρέες, μοντέρνα  ντυσίματα από την κόρη, της οικογένειας το θηλυκό. Ο γιος ήταν αλλιώς.  Που δε συμμετείχε στο μεγάλωμα των παιδιών, στις δουλειές του σπιτιού, στο νοικοκυριό. Που φοβόταν πως θα στιγματιστεί, πως θα τον κορόιδευαν όλοι (λες και μ’ αυτόν ασχολούνταν), αν ακουστεί πως αλλάζει πάνα το μωρό. Αντιλήψεις κι αυτές…

Η Πηνελόπη Δέλτα γράφει για τον πατέρα της: «Τον πατέρα, εμείς τα παιδιά τον φοβούμασταν πάρα πολύ για να μπορούμε και να τον αγαπούμε. Τον τρέμαμε. Σαν έμπαινε ο πατέρας στο σπίτι, τσιμουδιά δεν ακούγονταν στο σπουδαστήριο, όσο μικρά ή μεγάλα και αν ήμασταν.» ενώ ο Νίκος Καζαντζάκης γράφει για το  δικό του κύρη, τον καπετάν Μιχάλη  (που ένιωθε η εξουσία του να τον τυραννάει) στην Αναφορά στον Γκρέκο:

«Βαρίσκιωτος, αβάσταχτος. Όταν τύχαινε να’ ναι βίζιτες σπίτι, συγγενείς μας ή γειτόνοι, κι είχαν πιάσει ψιλή κουβέντα και γελούσαν, αν άνοιγε ξαφνικά η πόρτα κι έμπαινε, κόβουνταν η κουβέντα και το γέλιο, κι ένας ίσκιος πλάκωνε το σπίτι. Χαιρετούσε με μισό χείλι, κάθουνταν στη συνηθισμένη θέση του στη γωνιά του καναπέ, πλάι στο παράθυρο της αυλής, χαμήλωνε τα μάτια, άνοιγε την ταμπακιέρα κι έστριβε ένα τσιγάρο, αμίλητος. Ξερόβηχαν οι βίζιτες, κλεφτοκοιτάζουνταν ανήσυχα, και με τρόπο, ύστερα από λίγη ώρα, σηκώνουνταν, πατούσαν στις άκρες των ποδιών τους κι έφευγαν»

Ο δικός μου πατέρας, ο Ξενοφών,  δε ζει πια, μα ήταν τόσο καλός…  Ως  πατέρας που ανέστησε τέσσερα παιδιά,  μα που τον έφαγε το μαράζι της αρρώστιας και της απώλειας του αδερφού μου. Ως υποδηματοποιός, απ’ τους πιο καλούς, παλιούς  τεχνίτες  παραδοσιακών κρητικών στιβανιών,   με χρόνια μαγαζί στα Στιβανάδικα των Χανίων , δίπλα στο Λιμάνι. Ποτέ δε μου αγριομίλησε, δε μου χάλασε χατίρι. Του άρεσε να ταξιδεύει με το αυτοκίνητο μακρινές διαδρομές και να χτυπάει η βροχή στο τζάμι. Είχε άνια τα τελευταία χρόνια της ζωής του και δεν ξέρω αν με καταλάβαινε δίπλα του στις αρρώστιες του. Ξέρω όμως σίγουρα,  πως από εκεί ψηλά  που είναι με κοιτάζει και με προσέχει.

Από τότε, από την εποχή εκείνη του πατέρα που σκιαγραφείται στα λογοτεχνικά κείμενα, του πατέρα αυστηρών αρχών,   έχουν αλλάξει πολλά. Εδώ και δεκαετίες ο πατέρας είναι αλλιώς, ευτυχώς. Βοηθά επιλεκτικά στο νοικοκυριό, ενώ συμμετέχει εξίσου στο μεγάλωμα των παιδιών. Ξυπνάει τις νύχτες, όταν  πεινάει το μωρό, όταν βαράει μες στα μαύρα σκοτάδια στο σπίτι συναγερμός και νομίζεις ότι προλαβαίνεις, δεν προλαβαίνεις,  πριν σκάσει απ’ το κλάμα. Καιροφυλακτεί μήπως ανέβει ο πυρετός, καθησυχάζει το άγχος το μητρικό, κρύβοντας το δικό του. Νανουρίζει, λέει παραμύθια, αλλάζει λερωμένες πάνες. Χωρίς πια αιδώ. Από την εγκυμοσύνη που συγκινείται στο άκουσμα των παλμών στον υπέρηχο,  ως τη γέννηση του παιδιού του, ως το μεγάλωμα και παραπέρα… είναι παρόν. Το ίδιο παρόν στο υιοθετημένο παιδί. Στα παιχνίδια, στις δυσκολίες, στις αρρώστιες, στα διαβάσματα, στις εξετάσεις, στις σπουδές αργότερα,  στο γάμο του παιδιού του, στα εγγόνια του.  Πατέρας στήριγμα, μα στο βάθος, δεύτερο παιδί κι αυτός.   Πιο δημοφιλής συχνά απ’ τη μαμά  στην καρδιά των παιδιών, καθώς είναι λιγότερο αγχωτικός, πιο χαλαρός. Δε λέει τόσα πρέπει και  μη, όπως η μαμά, δεν τα φοβάται όλα. Σε ορισμένες έκτακτες συνθήκες είναι  πατέρας και μάνα, αυτός. Η πιο χορταστική αγκαλιά, η πιο μεγάλη παλάμη, συχνά ροζιασμένη απ’ τη δουλειά  που κρατάει σφιχτά, εφ’ όρου ζωής  το χέρι των παιδιών του. Παλεύοντας να μην τους λείψει τίποτα. Σε μια ιδιαίτερη σχέση, παροιμιακή,  με την κόρη του, όμοια με τη σχέση που έχει η μαμά με το γιο. 

«Κοριτσάκι μου θέλω να σου φέρω τα φαναράκια των κρίνων να σου φέγγουν στον ύπνο σου. Θέλω να σου φέρω ένα περιβολάκι ζωγραφισμένο με λουλουδόσκονη πάνω στο φτερό μιας πεταλούδας για να σεργιανάει το γαλανό όνειρό σου. Θέλω να σου φέρω ένα σταυρουλάκι αυγινό φως, δυο αχτίνες σταυρωτές απ’ τους στίχους μου  να σου ξορκίζουν το κακό, να σου φωτάνε, μη μου σκοντάψεις, κοριτσάκι, έτσι γυμνόποδο και τρυφερό στ’ αγκάθι κ’ ενός ίσκιου. Κοιμήσου, να μεγαλώσεις γρήγορα, έχεις να κάνεις πολύ δρόμο, κοριτσάκι, κι έχεις δυο πεδιλάκια μόνο από ουρανό. (…)Κοιμήσου, κοριτσάκι. Είναι μακρύς ο δρόμος. Πρέπει να μεγαλώσεις.Είναι μακρύς, μακρύς,  μακρύς  ο δρόμος» 

 Γιάννη Ρίτσου προς την κόρη του Ερη.

Μπαμπάδες, Χρόνια σας πολλά!!

 

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

ΣΤΕΙΛΕ ΤΗΝ ΕΙΔΗΣΗ