Τουρισμός, ένας γίγας με πήλινα πόδια

Γιώργος Γραμματικάκης
Γιώργος Γραμματικάκης
Τουρισμός, ένας γίγας με πήλινα πόδια

...παρά τα πλήγματα που έχει δεχθεί η φυσιογνωμία της χώρας μας από τον τουρισμό, δεν παύει να διατηρεί μια ξεχωριστή γοητεία. Εδώ, στην Ελλάδα, τα διάσπαρτα ίχνη σπουδαίων πολιτισμών συνυπάρχουν με την απέραντη ποικιλία του τοπίου και τις γαλάζιες θάλασσες.

 

Του Γιώργου Γραμματικάκη

Το τελευταίο διάστημα, ο Ελληνικός Τουρισμός βρίσκεται στο επίκεντρο των συζητήσεων. Επισημαίνεται η κεντρική του σημασία για την Οικονομία της χώρας, και υπογραμμίζεται η ανάγκη να διασωθεί και εφέτος ένα μέρος έστω από την αγαθοεργό του επίδραση. Σε αυτά τα πλαίσια, προτείνονται μέτρα και προφυλάξεις που θα ενθαρρύνουν τον τουρίστα να επισκεφθεί και πάλι την χώρα μας. Η σκιά της Πανδημίας είναι όμως ακόμα βαριά, και η απαισιοδοξία δεν λείπει.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, υπήρξε αναμενόμενη και μια άλλη διαπίστωση. Εννοώ, ότι απουσιάζει τελείως η οπτική, που θα επισήμαινε τις πολλές και κρίσιμες αδυναμίες του Ελληνικού τουρισμού, και θα επεδίωκε μια αλλαγή πορείας.
Η αδράνεια αυτή, δεν είναι βέβαια μόνον σημερινή. Πολλά χρόνια τώρα, αφθονούν οι πανηγυρισμοί για την αλόγιστη αύξηση του αριθμού των τουριστών. Λίγο έμοιαζε να μας ενδιαφέρει η ποιότητα τους, αλλά και οι σοβαρές παρενέργειες του φαινομένου. Ακόμα και το γεγονός, ότι η οικονομία μας ήταν ολικά εξαρτημένη από τον τουρισμό, και άλλοι σπουδαίοι κλάδοι είχαν σχεδόν παραμεληθεί, δεν φαινόταν να απασχολεί τους ιθύνοντες. Ο Τουρισμός αποτελούσε την εθνική μας μονοκαλλιέργεια.Το ότι όμως τα φύλλα της καλλιέργειας κινδύνευαν να μαραθούν, σε κάθε μικρή η μεγάλη κρίση, τοπική η παγκόσμια, έπρεπε να είναι οδηγός στην πολιτική μας.

Είναι βέβαια αλήθεια ότι κανείς δεν θα μπορούσε να φαντασθεί τις διαστάσεις της σημερινής κρίσεως. Ένας απειροελάχιστος ιός έχει σπείρει παντού τον όλεθρο και την καταστροφή. Ο πανικός λοιπόν και οι σπασμωδικές κινήσεις, που χαρακτηρίζουν τις σημερινές μας αντιδράσεις, έχουν πολλές δικαιολογίες.
Το γεγονός ωστόσο παραμένει: Ο Ελληνικός τουρισμός, είναι ένας γίγας με πήλινα πόδια. Είναι μάλιστα, τα πήλινα αυτά πόδια, ορατά δια γυμνού οφθαλμού. Υπάρχει, πρώτα από όλα, μια πικρή αλήθεια: Η διακίνηση του τουρισμού, και σε μεγάλο βαθμό οι χώρες και οι τόποι που κατευθύνονται οι τουρίστες, είναι όμηροι των ποικιλώνυμων γραφείων και επιχειρήσεων που μεσολαβούν. Είναι οι περίφημοι tour operators, που δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για την άσκηση εθνικής πολιτικής. Στην μεγάλη τους πλειοψηφία, οι τουρίστες αποτελούν μάζες μετακινούμενες, που αναζητούν απλώς τον ήλιο και και την φτήνια, και προσθέτουν το δικό τους άχρωμο βλέμμα στις ήδη άχρωμες τουριστικές περιοχές.
Σε αυτήν την εικόνα, συμβάλλει μια τουριστική πρακτική, που έχει λάβει τα τελευταία χρόνια τις διαστάσεις επιδημίας. Είναι η πρακτική του all inclusive, -όλα, δηλαδή, περιλαμβάνονται στην τιμή. Ο τουρίστας εφοδιάζεται με ένα ταπεινωτικό βραχιολάκι, που του επιτρέπει να σιτίζεται δωρεάν, να καταναλώνει άφθονες μπίρες, να κολυμπά ελεύθερα στις πισίνες. Το αποτέλεσμα είναι οτι οι τοπικές κοινωνίες και μικροεπιχειρήσεις ελάχιστα επωφελούνται από το τουριστικό εισόδημα. Για να αποφευχθούν μάλιστα πλαστοπροσωπίες, ο τουρίστας απελευθερώνεται από το βραχιόλι -την εθελούσια σκλαβιά του, δηλαδή- μόνο κατά την αναχώρηση. Είναι μελαγχολική η σκέψη και η ανάμνηση, οτι τουρισμός σήμαινε κάποτε περιήγηση και ανακάλυψη, σεβασμός στην χώρα και αναζήτηση της ψυχής της.


Ένα άλλο όμως “επίτευγμα” της τουριστικής μας πολιτικής έχει αφήσει το οδυνηρό του αποτύπωμα. Είναι η κακοποίηση του περιβάλλοντος, που έχει πάρει ποικίλες μορφές και διαστάσεις. Έτσι, ενώ η μοναδικότητα του Ελληνικού τοπίου έπρεπε να λειτουργεί ως πρόκληση για την Τέχνη της αρχιτεκτονικής, στην πράξη η ανάγκη αυτή αποτελεί απλώς την εξαίρεση. Συνήθως, οι τουριστικές περιοχές ασφυκτιούν από άμορφα καταλύματα, που προσβάλλουν την αισθητική και το τοπίο. Ενώ μια Ελληνική παθογένεια, η άναρχη δόμηση, ανθίζει και μεγαλουργεί στις τουριστικές περιοχές. Εκεί μάλιστα που υπάρχει ακόμα ζωογόνα η ανάσα της θάλασσας και του τοπίου, ο επισκέπτης μένει με ένα σφίξιμο στην καρδιά. Ίσως του χρόνου φυτρώσει στην περιοχή ένα θηριώδες ξενοδοχείο η μικρά αυθαίρετα εξαμβλώματα.


Το εκτυφλωτικό φως του καλοκαιριού δεν αφήνει άλλωστε περιθώρια ψευδαισθήσεων. Τα ελληνικά νησιά, τόποι μαγικοί της αλήθειας και του μύθου, ομφαλοί του πελάγους και της ιστορίας μας, λίγο νοιάζονται για την φυσιογνωμία και την φυσική τους ομορφιά. Έτσι η Μύκονος και η Σαντορίνη, που ευλογήθηκαν απλόχερα από τους θεούς, δίδουν την εντύπωση ότι βυθίζονται στο Αιγαίο υπό το βάρος της ασβεστωμένης, υπερβολικής δόμησης. Στον ίδιο όμως δρόμο πορεύονται και άλλα ελληνικά νησιά, όπως και ένα μεγάλο μέρος της Χαλκιδικής και η Βόρεια Κρήτη. Σε γενικές γραμμές, το καλοκαίρι οι δημοφιλείς «προορισμοί» λες και έχουν κατακτηθεί από πλήθη ξένων εισβολέων, ενώ δεν λείπουν και τα φαινόμενα κοινωνικής παραλυσίας. Τον χειμώνα, αντίθετα, τα ίδια τοπία μοιάζουν βομβαρδισμένα, έρημα από ζωή και πραγματικές προοπτικές.


Είναι όμως αλήθεια, ότι παρά τα πλήγματα που έχει δεχθεί η φυσιογνωμία της χώρας μας από τον τουρισμό, δεν παύει να διατηρεί μια ξεχωριστή γοητεία. Εδώ, στην Ελλάδα, τα διάσπαρτα ίχνη σπουδαίων πολιτισμών συνυπάρχουν με την απέραντη ποικιλία του τοπίου και τις γαλάζιες θάλασσες. Παράλληλα, το ήπιο κλίμα και η διαύγεια του φωτός, αναδεικνύουν τα κύρια αυτά χαρακτηριστικά, και δικαιώνουν τα λόγια του Οδυσσέα Ελύτη: «Όμορφη και παράξενη πατρίδα» σημειώνει ο ποιητής του Ελληνικού φωτός «ωσάν αυτή που μου ’λαχε δεν είδα».
Θετικές όμως όψεις υπάρχουν και στο ίδιο το τουριστικό μας οικοδόμημα. Έτσι, πολλές τουριστικές μονάδες σέβονται το περιβάλλον και προσφέρουν υπηρεσίες με ποιότητα και γνώση. Σημαντική είναι και η παρουσία, η ευεργετική, που έχουν στο τουριστικό πεδίο τα λεγόμενα «αγροτουριστικά» καταλύματα. Υπό την κακόηχη αυτή ονομασία κρύβονται συχνά σπουδαία δημιουργήματα αρχιτεκτονικής, αλλά και δραστηριότητες που αναδεικνύουν τις τοπικές γεύσεις και παραδόσεις. Όσα και αν είναι όμως τα καλά στοιχεία της τουριστικής μας υποδομής, λίγο μπορεί να αντιταχθούν στην εικόνα της φθηνής μαζικότητας που κυριαρχεί στις παραλίες και τους τουριστικούς προορισμούς.


Είναι λοιπόν μια αλήθεια οδυνηρή: Ότι ενώ ο Ήλιος δεν έπαυσε να την χαϊδεύει, και το φως να την ευλογεί, η χώρα μας έχει παραδοθεί σε μια σιωπηλή έκπτωση της ιδιαιτερότητας και της ομορφιάς της. Γνωρίζει πια ότι, πέραν από τα υποκριτικά τα λόγια τα μεγάλα, λίγοι την αγάπησαν, και ακόμα λιγότεροι νιώθουν την ανάγκη να την υπερασπισθούν.
Ενώ όμως, όσα εξετέθησαν εδώ, με συντομία επικίνδυνη, είναι αληθινά και αυταπόδεικτα, η κατάληξη, δεν θα μπορούσε να είναι άλλη. Αυτήν την στιγμή κυριαρχεί η ανάγκη να περισωθούν κάποια από τα οικονομικά οφέλη, που συναρτώνται με τον τουρισμό. Είναι μια ανάγκη απολύτως σεβαστή. Αλλιώς ενεδρεύει μια εκτεταμένη ανεργία, και παράπλευρα πλήγματα στην εθνική μας οικονομία, που θα είναι αδύνατον να αντιμετωπισθούν. Ας ευχηθούμε λοιπόν, ο καθένας χωριστά και όλοι μαζί, να ευοδοθούν οι υπεράνθρωπες προσπάθειες, που γίνονται από πολλές πλευρές, και επιδιώκουν μια αποδοτική τουριστική περίοδο.
Εννοείται ότι θα εκκρεμεί πάντα η συζήτηση, που πρέπει να γίνει με ειλικρίνεια και θάρρος, για ένα διαφορετικό τουριστικό μέλλον της πατρίδας. Το μέλλον αυτό δεν θα στηρίζεται στους μεγάλους αριθμούς, αλλά στην ποιότητα των επισκεπτών και της υποδομής· και ακόμα, θα δείχνει σεβασμό στις αξίες του πολιτισμού και της αειφορίας. Μόνον έτσι ο τουρισμός θα παύσει να ολισθαίνει διαρκώς προς την έκπτωση και την απαξίωση. Όπως μάλιστα λένε οι χρησμοί, θα ανακτήσει με τον καιρό τον χαρακτήρα της ευλογίας, που συνόδευε τα πρώτα του βήματα.

Πίνακας ΕΟΤ
ΑΦΙΣΑ ΤΟΥ ΕΟΤ, ΠΟΥ ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΤΗΝ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ 1960

 

 

* το κείμενο αποτελεί ανάρτηση του πρώην ευρωβουλευτή Γ.Γραμματικάκη

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

ΣΤΕΙΛΕ ΤΗΝ ΕΙΔΗΣΗ