Κρήτη: Από τις αγροζημιές στο οργανωμένο έγκλημα και τις ζωές υπό ομηρεία
Μία δικογραφία που αποτυπώνει πώς πίσω από υποθέσεις ανεξέλεγκτης βόσκησης μπορεί να κρύβεται ένα οργανωμένο σύστημα επιβολής, εκφοβισμού και παράνομου πλουτισμού
Από την Κίσσαμο μέχρι το Αμάρι, από τον Μυλοπόταμο μέχρι τη Μεσσαρά και το Λασίθι, η Κρήτη κουβαλά εδώ και χρόνια μία ανοιχτή πληγή που δεν αφορά μόνο ανεπιτήρητα κοπάδια και αγροζημιές. Αφορά ανθρώπους που ένιωσαν να χάνουν τη γη, το σπίτι και την αξιοπρέπειά τους μέσα στον ίδιο τους τον τόπο. Αφορά οικογένειες που ζουν υπό καθεστώς φόβου, εκβιασμών και σιωπής.
Η δικογραφία του Τμήματος Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος Κρήτης, με αφορμή τις τελευταίες συλλήψεις μελών οικογένειας των Βοριζίων, έρχεται να αναδείξει ότι πίσω από πολλές υποθέσεις ανεξέλεγκτης βόσκησης και αγροτικών φθορών μπορεί να υποκρύπτεται ένα οργανωμένο σύστημα επιβολής, εκφοβισμού και παράνομου πλουτισμού.
Η ΕΛ.ΑΣ. κάνει λόγο για εγκληματική ομάδα, με εκβιάσεις κατ’ εξακολούθηση, εμπρησμούς, πράξεις αντεκδίκησης και παράνομες επιδοτήσεις, καθώς και για καθεστώς τρομοκρατίας που, σύμφωνα με τις Αρχές, είχε επιβληθεί σε περιοχές του Αμαρίου.
Και ίσως αυτή να είναι η πιο ουσιαστική εξέλιξη: ότι για πρώτη φορά επιχειρείται να αντιμετωπιστεί συνολικά ένα φαινόμενο που επί χρόνια αντιμετωπιζόταν αποσπασματικά, με αποτέλεσμα οι παθόντες να αισθάνονται εγκαταλελειμμένοι και απροστάτευτοι.
«Ή κάντε κάτι ή θα εγκαταλείψουμε τα σπίτια μας»
Ήδη από τον Ιούνιο του 2024, στην Κίσσαμο, οι καταγγελίες των κατοίκων περιέγραφαν μία κοινωνία σε απόγνωση. Άνθρωποι νοικοκύρηδες, με πατρογονικές περιουσίες, έφθαναν στο σημείο να δηλώνουν ότι δεν αντέχουν άλλο και πως θα εγκαταλείψουν τα σπίτια και τα χωράφια τους.
Το μοτίβο που περιέγραφαν τότε οι Αρχές επαναλαμβανόταν σχεδόν παντού: κοπάδια να εισβάλλουν σε ξένες περιουσίες, καταστροφές σε καλλιέργειες, απειλές και βία σε όποιον τολμούσε να αντιδράσει. Ξυλοδαρμοί, εμπρησμοί, πυροβολισμοί, ζωοκλοπές, εκβιασμοί και πράξεις αντεκδίκησης συνέθεταν μία καθημερινότητα φόβου. Κάτοικοι μιλούσαν για πρακτικές «μαφίας». Κάποιοι έφθαναν να υποστηρίζουν ότι συγκεκριμένοι παραβατικοί κτηνοτρόφοι λειτουργούσαν με πολιτικές πλάτες και αίσθηση πλήρους ατιμωρησίας.
Η πρώτη μεγάλη αστυνομική επιχείρηση στην Κίσσαμο, με περισσότερους από 100 αστυνομικούς και δεκάδες κατηγορούμενους, θεωρήθηκε τότε σημείο καμπής. Ωστόσο, το ζητούμενο παρέμενε αν οι Αρχές θα μπορούσαν να σπάσουν ένα καθεστώς φόβου βαθιά ριζωμένο σε αρκετές περιοχές της υπαίθρου.
Τα «βοσκοτόπια της οργής»
Τον Σεπτέμβριο του 2024, οι καταγγελίες πλήθαιναν από κάθε γωνιά του νησιού. Κίσσαμος, Αμάρι, Καλαμαύκα, Μυλοπόταμος, Μεσσαρά, Μαλεβίζι, Μεραμβέλλο. Παντού το ίδιο μοτίβο: περιουσίες που ρημάζουν, κάτοικοι που φοβούνται ακόμη και να προσεγγίσουν τα χωράφια τους.
Κοπάδια εκατοντάδων ζώων προκαλούσαν μέσα σε λίγες ώρες εκτεταμένες καταστροφές σε αμπέλια και λιόφυτα, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις καταγγελλόταν ότι μετά από κάθε μήνυση ακολουθούσαν αντίποινα. Κάτοικοι έκαναν λόγο για πρακτικές οργανωμένης πίεσης και για συνθήκες που τους οδηγούσαν σε εγκατάλειψη της γης τους.
Σε πολλές περιπτώσεις, το αίτημα δεν ήταν απλώς αποζημιώσεις, αλλά προστασία και δυνατότητα επιστροφής σε μια στοιχειωδώς ασφαλή καθημερινότητα.
Την ίδια ώρα, η αντιμετώπιση τέτοιων υποθέσεων φαίνεται να έχει μετατοπιστεί σε επίπεδο προτεραιοτήτων της ΕΛ.ΑΣ. και των δικαστικών Αρχών, με τις σχετικές έρευνες να εντάσσονται πλέον σε ένα ευρύτερο πλαίσιο οργανωμένου εγκλήματος με κοινωνικές και οικονομικές προεκτάσεις.
Από την αγροζημιά στην εκβίαση
Η υπόθεση του Αμαρίου θεωρείται χαρακτηριστική αυτής της μετάβασης. Σύμφωνα με τη δικογραφία, η δράση της οικογένειας από τα Βορίζια δεν περιοριζόταν σε παράνομη βόσκηση ή καταπατήσεις.
Οι καταθέσεις περίπου 40 παθόντων περιγράφουν ένα σύστημα εκφοβισμού μέσω του οποίου ιδιοκτήτες εξαναγκάζονταν να σιωπούν ή να εγκαταλείπουν τις περιουσίες τους. Αναφέρονται εμπρησμοί, καταστροφές καλλιεργειών ως αντίποινα, απειλές και περιστατικά βίας.
Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία κατοίκου που περιγράφει ότι μετά από χρόνια πιέσεων και εντάσεων, κατέληξε να μην πατά στην περιουσία του, ενώ ως πράξη εκδίκησης κάηκε ολοσχερώς το αυτοκίνητο του γιου του, με ζημιά που –όπως αναφέρεται στη δικογραφία– έφθασε τις 27.000 ευρώ.
«Θα ακούσετε πολλά ακόμα… Μακάρι να αποδοθεί δικαιοσύνη γιατί δεν αντέχουμε πια», είπε ο ίδιος στο Cretalive.gr. «Δεν πρόλαβε να πεθάνει ο πατέρας μου και καταπάτησαν το ποιμνιοστάσιο μας», φέρεται να κατέθεσε γυναίκα από την περιοχή.
Κατά την ΕΛ.ΑΣ., πρόκειται για κακουργηματικές εκβιάσεις, οργανωμένη δράση με οικονομικό όφελος, καθώς και παράνομες επιδοτήσεις μέσω ψευδών δηλώσεων ζωικού κεφαλαίου και εκτάσεων.
«Να υψώσουν ανάστημα»
Άνθρωποι που επί χρόνια φοβούνταν να μιλήσουν, προσήλθαν και κατέθεσαν στις Αρχές, στοιχείο που επέτρεψε τη συγκρότηση των δικογραφιών.
Από το Τμήμα Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος Κρήτης απευθύνεται κάλεσμα προς τους πολίτες που βιώνουν αντίστοιχες καταστάσεις να σπάσουν τη σιωπή και να διεκδικήσουν τις περιουσίες και την καθημερινότητά τους.
Ωστόσο, σύμφωνα με εκτιμήσεις, σημαντικός αριθμός παθόντων εξακολουθεί να διστάζει να καταθέσει, υπό τον φόβο αντιποίνων.
Το αν οι τελευταίες εξελίξεις θα αποτελέσουν αφετηρία ουσιαστικής εξυγίανσης ή όχι, μένει να φανεί. Το βέβαιο είναι ότι πίσω από τις δικογραφίες βρίσκονται δεκάδες οικογένειες που επί χρόνια ζουν υπό ομηρεία και ζητούν το αυτονόητο: να καλλιεργούν τη γη τους και να ζουν χωρίς φόβο στον τόπο τους.
Κεντρική φωτογραφία αρχείου
Διαβάστε περισσότερες ειδήσεις από την Κρήτη
- Φυσιολατρική πεζοπορία στο Ορεινό με τους Δρόμους Ζωής
- Πάρκινγκ στο Ηράκλειο: Οι τρεις λύσεις που προκρίνει η δημοτική αρχή
- Καιρός: Συνεχίζονται και την Τρίτη τα 25άρια στην Κρήτη
