ΠΟΛΙΤΕΣ

Τηλεκπαίδευση: Η Ψηφιακή «Βιτρίνα» μιας συνολικής υποκρισίας

Η αποτυχία της περιόδου της πανδημίας θα έπρεπε να μας είχε διδάξει ότι η «σύνδεση» δεν ισούται με τη «μάθηση».

Τηλεκπαίδευση: Η Ψηφιακή «Βιτρίνα» μιας συνολικής υποκρισίας

Αγαπητό Cretalive, 

Το ερώτημα, σε ανυπόγραφο κείμενο που αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα σας με τίτλο «Τηλεκπαίδευση: Άραγε ποιος κοροϊδεύει ποιον; Το Webex έχει γίνει πια σύντομο ανέκδοτο...», που τέθηκε με αφορμή τις πρόσφατες κακοκαιρίες  στην Κρήτη, αναδεικνύει μια δυστοπική πραγματικότητα: η τηλεκπαίδευση χρησιμοποιείται πλέον ως ένας μηχανισμός συλλογικής υποκρισίας, όπου οι δομικές δυσκολίες βαφτίζονται «ψηφιακή πρόοδος» και οι κίνδυνοι για τη νέα γενιά αποσιωπώνται.


Η εμπειρία της πανδημίας του 2020-2022 λειτούργησε ως το μεγάλο «πείραμα». Αν και τότε η εξ αποστάσεως διδασκαλία επιβλήθηκε ως ύστατη λύση υγειονομικής ανάγκης, σήμερα χρησιμοποιείται καταχρηστικά ως πρόχειρο «μπάλωμα» για να καλύπτονται οι τρύπες του συστήματος.  Παρά τις διακηρύξεις για «ψηφιακό άλμα», η πανδημία άφησε πίσω της μια γενιά με σοβαρά μαθησιακά κενά και ψυχικά τραύματα. Αντί το κράτος να διδαχθεί από τα σφάλματα του παρελθόντος (κατάρρευση πλατφόρμας, αδυναμία πρόσβασης χιλιάδων μαθητών), επιμένει να επιβάλλει το ίδιο μοντέλο κάθε φορά που οι καιρικές συνθήκες είναι αντίξοες, μετατρέποντας μια έκτακτη λύση σε κανονικότητα.
Σήμερα, το 2026, βλέπουμε μαθητές των ανώτερων βαθμίδων που στερούνται βασικών δεξιοτήτων συγκέντρωσης και κοινωνικής αλληλεπίδρασης, ακριβώς λόγω της μακροχρόνιας έκθεσής τους σε μια «εκπαίδευση» χωρίς φυσική παρουσία.


Η πρώτη στρέβλωση εντοπίζεται στην κρατική διαχείριση. Όταν ένα σχολικό συγκρότημα αδυνατεί να λειτουργήσει λόγω ψύχους ή σκόνης ή… ή…, η Πολιτεία μεταφέρει το πρόβλημα στο ιδιωτικό άσυλο του σπιτιού. Υποκρίνεται ότι παρέχει παιδεία, ενώ στην πραγματικότητα απαιτεί από τους πολίτες να υποκαταστήσουν τις δημόσιες υποδομές με δικό τους εξοπλισμό, δικό τους ρεύμα και δικές τους συνδέσεις. Η επιμονή σε οριζόντιες λύσεις αγνοεί προκλητικά τις ανισότητες. Μαθητές σε ορεινές περιοχές ή χαμηλά εισοδηματικά στρώματα αποκλείονται στην πράξη, την ώρα που το σύστημα αυτοθαυμάζεται για τα ποσοστά «σύνδεσης».
Για τη μάζα των μαθητών, η ψηφιακή τάξη έχει μετεξελιχθεί σε ένα πεδίο εικονικής πραγματικότητας και «νόμιμης» αποχής. Το ακροατήριο είναι πλέον μια συλλογή από μαύρα τετράγωνα. Οι μαθητές, συνδεδεμένοι συχνά από το κρεβάτι, την κουζίνα, τον δρόμο, την καφετέρια, ή από όπου αλλού, εξασφαλίζουν το «παρών» στο απουσιολόγιο, ενώ η προσοχή τους διοχετεύεται σε παιχνίδια, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή σε παράλληλες ομαδικές συνομιλίες όπου χλευάζουν τη διαδικασία.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν είναι τα μαθησιακά κενά, αλλά ο καλλιεργούμενος κυνισμός. Μια ολόκληρη γενιά εκπαιδεύεται στην ιδέα ότι η εκπαίδευση είναι μια γραφειοκρατική αγγαρεία που «ξεγελιέται» με ένα κλικ, οδηγώντας στην ταυτόχρονη εκτέλεση πολλαπλών δραστηριοτήτων που ακυρώνουν τη μάθηση. Όταν το μάθημα γίνεται «στο πόδι» μέσω μιας οθόνης, αλλά οι απαιτήσεις των εξετάσεων (Πανελλαδικές, Τράπεζα Θεμάτων) παραμένουν ίδιες, δημιουργείται μια τεράστια αδικία. Το κράτος υποκρίνεται ότι η ύλη διδάχθηκε, ενώ στην πραγματικότητα απλώς «παρουσιάστηκε» σε μαύρα τετράγωνα. Αυτό αυξάνει το άγχος των μαθητών και την ανάγκη για παραπαιδεία (φροντιστήρια), επιβαρύνοντας κι άλλο τον οικογενειακό προϋπολογισμό. Η τηλεκπαίδευση συχνά «νομιμοποιεί» την αντιγραφή και την εύκολη λύση. Όταν ο μαθητής μαθαίνει να εξετάζεται με ανοιχτά βιβλία και Google ή  οποιαδήποτε άλλη εφαρμογή και βοήθημα δίπλα του, χάνει την ικανότητα της κριτικής σκέψης και της αυθεντικής προσπάθειας.
Οι εκπαιδευτικοί βρίσκονται εγκλωβισμένοι σε μια αντιφατική συνθήκη, στερούμενοι ουσιαστικής στήριξης. Καλούνται να μετατρέψουν το σπίτι τους σε στούντιο εκπομπής και σε θέατρο σκιών εκθέτοντας τον προσωπικό τους χώρο σε δημόσια θέα, συχνά χωρίς καμία σοβαρή επιμόρφωση στην ψηφιακή παιδαγωγική. Όταν η δυσκολία οδηγεί σε παραίτηση ή αποχή (όπως οι περιπτώσεις εκπαιδευτικών που δεν συνδέονται καν), ο θεσμός του δασκάλου απονομιμοποιείται και απαξιώνεται Η εικόνα ενός εκπαιδευτικού που υπολειτουργεί πίσω από μια σβηστή οθόνη πλήττει ανεπανόρθωτα το κοινωνικό κύρος του κλάδου.


Η τηλεκπαίδευση εισβάλλει βίαια στο σπίτι, ανατρέποντας κάθε ισορροπία. Ο ανταγωνισμός γονέων και παιδιών για το ποιος θα συνδεθεί στο διαδίκτυο και τους ήσυχους χώρους εργασίας δημιουργεί συνθήκες έντασης. Ο γονέας μετατρέπεται αναγκαστικά σε «τεχνικό υποστήριξης» ή «χωροφύλακα». Πολλοί γονείς αναγκάζονται να αποδεχτούν την παρωδία του μαθήματος, επειδή τους εξυπηρετεί η απασχόληση του παιδιού μπροστά σε μια οθόνη, ώστε να συνεχίσουν τη δική τους εργασία από το σπίτι.


Η συζήτηση για την τηλεκπαίδευση δεν αφορά την τεχνολογία, αλλά την ειλικρίνεια. Η αποτυχία της περιόδου της πανδημίας θα έπρεπε να μας είχε διδάξει ότι η «σύνδεση» δεν ισούται με τη «μάθηση». Όσο το κράτος υποκρίνεται ότι παρέχει λύσεις, οι εκπαιδευτικοί υποκρίνονται ότι διδάσκουν και οι μαθητές υποκρίνονται ότι προσέχουν, το μόνο που επιτυγχάνεται είναι η παραγωγή μιας «κενής» εκπαίδευσης.
Οι συνέπειες είναι πλέον ορατές και μετρήσιμες: Μαθησιακή υποβάθμιση, κοινωνική αποξένωση και διεύρυνση των ανισοτήτων. Η παιδεία είναι μια ζωντανή, ανθρώπινη σχέση που απαιτεί φυσική παρουσία, σοβαρές υποδομές και, πάνω απ' όλα, συνέπεια. Κάθε ώρα που αναλώνεται σε μια προσχηματική τηλεκπαίδευση είναι μια ώρα που αφαιρείται από το μέλλον και τη συγκρότηση των παιδιών μας.
 

 

Μανόλης Χουρσανίδης, εκπαιδευτικός

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

Στείλε την είδηση