Η κρυφή γοητεία της εξουσίας: Ο κυνισμός ως υπαρξιακό μανιφέστο στην Αριστερά του 2026
"Το δράμα της σύγχρονης ελληνικής Αριστεράς είναι ότι οι πρωταγωνιστές της έχουν εγκλωβιστεί σε μια μόνιμη ναρκισσιστική αυταπάτη"
Του Απόστολου Λουλουδάκη
Στην εμβληματική ταινία “Η Κρυφή Γοητεία της Μπουρζουαζίας” του Λουίς Μπουνιουέλ, μια παρέα αστών προσπαθεί εμμονικά να δειπνήσει, αλλά πάντα κάτι μεσολαβεί –μια κηδεία, μια στρατιωτική άσκηση, μια ξαφνική σύλληψη– ακυρώνοντας την τελετουργία. Στην ελληνική ριζοσπαστική Αριστερά, η ιστορία επαναλαμβάνεται ως φάρσα, με τη διαφορά ότι το δείπνο είναι η ίδια η εξουσία και οι συνδαιτυμόνες δεν εμποδίζονται από εξωτερικούς παράγοντες, αλλά από τις δικές τους, αλληλοσπαρασσόμενες ψευδαισθήσεις.
Η πρόσφατη διαγραφή του Παύλου Πολάκη από την Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ, διά χειρός Σωκράτης Φάμελλου, δεν αποτελεί παρά μια ακόμη πράξη σε ένα θέατρο του παραλόγου, όπου η πολιτική ιδεολογία έχει προ πολλού παραχωρήσει τη θέση της στην καθαρή διαχείριση της προσωπικής επιβίωσης.
Για χρόνια, ο Παύλος Πολάκης ενσαρκώνει τη φιγούρα του πολιτικού «ιμπρεσιονιστή της οργής». Το στυλ του –βαρύ, ασυμβίβαστο, γεμάτο ψηφιακούς μύδρους και κρητική λεβεντιά μεταφρασμένη σε αλγόριθμο του Facebook– πλασαρίστηκε ως το αυθεντικό αντίδοτο στη συστημική σοβαροφάνεια. Ήταν η «φωνή του λαού» απέναντι στα σαλόνια της μπουρζουαζίας. Ωστόσο, η κρυφή γοητεία αυτής της ιδιότυπης «αντισυστημικότητας» κρύβει μια βαθιά εξάρτηση από τον ίδιο τον μηχανισμό που καταγγέλλει. Ο Σφακιανός πολιτικός δεν επεδίωξε ποτέ την ανατροπή της δομής, αλλά την κυριαρχία επ’ αυτής μέσω ενός διαρκούς ηθικού εκβιασμού.
Η τελευταία του επίθεση στον Φάμελλο για «αφωνία» και «αναποφασιστικότητα» δεν ήταν μια ιδεολογική διαφωνία για τη στρατηγική της Αριστεράς· ήταν η αγωνιώδης προσπάθεια ενός πολιτικού να παραμείνει σχετικός σε ένα σκηνικό που μεταβάλλεται ραγδαία και τον προσπερνά.
Από την άλλη πλευρά, ο Σωκράτης Φάμελλος κινήθηκε με τη θεσμική ψυχρότητα ενός γραφειοκράτη που ανακάλυψε όψιμα τη γοητεία της πυγμής. Η απόφασή του να δείξει την πόρτα της εξόδου στον Πολάκη παρουσιάστηκε ως πράξη προστασίας της σοβαρότητας του κόμματος. Είναι όμως εξόχως ειρωνικό το γεγονός ότι ο άνθρωπος που ανέλαβε να «νοικοκυρέψει» τα ερείπια του ΣΥΡΙΖΑ, κατηγορώντας τον εσωκομματικό του αντίπαλο για υπονόμευση, βρίσκεται ο ίδιος στο επίκεντρο ενός πολύ πιο εκλεπτυσμένου παρασκηνίου. Οι πληροφορίες που τον θέλουν να προετοιμάζει το έδαφος για προσχώρηση στο υπό διαμόρφωση, νέο πολιτικό εγχείρημα του Αλέξη Τσίπρα, αποκαλύπτουν το μέγεθος της υποκρισίας.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο, η ανάλυση οφείλει να μετατοπιστεί από τους μαχητές της πρώτης γραμμής στον σκιώδη αρχιτέκτονα του παρασκηνίου. Η στρατηγική του Αλέξη Τσίπρα τα τελευταία χρόνια αποτελεί ένα σεμινάριο πολιτικής απόστασης και ελεγχόμενης φθοράς. Λειτουργώντας ως ένας απόμακρος «σοφός Νέστορας» μέσω του Ινστιτούτου του, επέλεξε να παρακολουθεί τη βραδινή αυτοπυρπόληση του ΣΥΡΙΖΑ χωρίς να λερώνει τα χέρια του με τις στάχτες.
Για τον Τσίπρα, ο ΣΥΡΙΖΑ του 2026 δεν είναι πλέον όχημα εξουσίας, αλλά ένα ιστορικό βαρίδι. Η στρατηγική του δεν στοχεύει στην αναζωογόνηση του παλιού σπιτιού, αλλά στην κατεδάφισή του, ώστε να χτιστεί ένας νέος, «καθαρός» κεντροαριστερός φορέας. Ένα κόμμα απαλλαγμένο από τις αριστερές ιδεοληψίες του παρελθόντος, ικανό να συνομιλήσει με τις ελίτ και το ευρωπαϊκό κατεστημένο.
Μέσα σε αυτό το σχέδιο ανασύνθεσης, η παρουσία του Παύλου Πολάκη αποτελούσε το απόλυτο εμπόδιο. Ο Πολάκης, με τον διχαστικό του λόγο και το «αψύ» του στυλ, ήταν η ζωντανή υπενθύμιση του ΣΥΡΙΖΑ του 2015 – μιας περιόδου που ο Αλέξης Τσίπρας επιθυμεί διακαώς να αρχειοθετήσει στις βιβλιοθήκες της ιστορίας. Για να πετύχει το νέο εγχείρημα Τσίπρα, η νέα Κεντροαριστερά πρέπει να είναι «σαλόνι» και όχι «καφενείο». Ο Φάμελλος, συνειδητά ή ασυνείδητα, λειτούργησε ως ο ιδανικός εκτελεστής αυτής της στρατηγικής. Διαγράφοντας τον Πολάκη από την Κοινοβουλευτική Ομάδα, δεν έσωσε τον ΣΥΡΙΖΑ· αντιθέτως, τον εκκαθάρισε από το τελευταίο του «άγριο» στοιχείο, παραδίδοντας ένα πιο εύπεπτο, αποστειρωμένο προφίλ, έτοιμο να απορροφηθεί από τις μελλοντικές διεργασίες του πρώην αρχηγού.
Εδώ έγκειται η πραγματική «κρυφή γοητεία» της εξουσίας: στην ικανότητά της να μεταμορφώνει τις αρχές σε ρευστά διαπραγματευτικά χαρτιά. Ο Φάμελλος διαγράφει τον Πολάκη για να δείξει ότι ηγείται, ενώ την ίδια στιγμή φαίνεται να κοιτάζει προς την έξοδο, αναζητώντας μια θέση στο νέο «προοδευτικό σκάφος» που ναυπηγεί ο Αλέξης Τσίπρας.
Η διαγραφή, επομένως, δεν είναι πράξη ισχύος, αλλά μια άσκηση τακτικισμού. Η σοβαρότητα που επικαλείται ο νυν πρόεδρος δεν είναι τίποτα περισσότερο από το προπέτασμα καπνού για μια ελεγχόμενη μετακόμιση. Η γοητεία της επιστροφής στο «κέντρο των αποφάσεων» υπό μια νέα, καθαρή ταμπέλα, απαλλαγμένη από τα βαρίδια του πρόσφατου παρελθόντος, αποδεικνύεται ακαταμάχητη για τη γραφειοκρατία του κόμματος.
Το δράμα της σύγχρονης ελληνικής Αριστεράς είναι ότι οι πρωταγωνιστές της έχουν εγκλωβιστεί σε μια μόνιμη ναρκισσιστική αυταπάτη. Ο Πολάκης, με το γνωστό του δόγμα «εγώ ΣΥΡΙΖΑ ήμουν και θα είμαι», αρνείται να αποδεχθεί ότι το κόμμα που υπερασπίζεται δεν υφίσταται πλέον ως ιδεολογικός χώρος, παρά μόνο ως brand name με μειούμενη αξία στο πολιτικό χρηματιστήριο.
Η δήλωσή του «θα τα πούμε στην Πολιτική Γραμματεία» θυμίζει τον ηθοποιό που συνεχίζει να απαγγέλλει τις ατάκες του σε ένα θέατρο που έχει πιάσει φωτιά και οι θεατές έχουν ήδη αποχωρήσει. Η εμμονή του με τα κομματικά όργανα δείχνει μια βαθιά συντηρητική προσκόλληση στη γραφειοκρατία, την οποία κατά τα άλλα αποστρέφεται.
Αυτό που παραμένει σταθερό σε αυτή την πορεία είναι η απόλυτη αποσύνδεση από την κοινωνική πραγματικότητα. Όπως οι ήρωες του Μπουνιουέλ περπατούσαν άσκοπα στον έρημο δρόμο, έτσι και η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ βαδίζει σε ένα πολιτικό κενό, πεπεισμένη ότι οι εσωτερικές της ίντριγκες αφορούν το πανελλήνιο. Η μάχη Φάμελλου-Πολάκη δεν είναι μια σύγκρουση για το μέλλον της εργατικής τάξης ή για την αντιμετώπιση της ακρίβειας· είναι μια σύγκρουση για το ποιος θα κρατάει τη σφραγίδα ενός ηττημένου μηχανισμού την ώρα που θα ανοίξουν οι πόρτες του νέου πολιτικού «παραδείσου» που σχεδιάζεται στα γραφεία της κεντροαριστερής ανασύνθεσης.
Στο τέλος της ημέρας, η επίκληση της «πολιτικής σοβαρότητας» και της «συνέπειας» από τους πρωταγωνιστές αυτής της κωμωδίας αγγίζει τα όρια του σουρεαλιστικού μεγαλείου. Ο κ. Φάμελλος υπερασπίζεται με πάθος τη «σοβαρότητα» ενός κόμματος το οποίο, αν όλα πάνε βάσει σχεδίου, σκοπεύει να εγκαταλείψει σύντομα για μια θέση στην επόμενη, πιο λαμπερή πολιτική βιτρίνα. Από την άλλη, ο κ. Πολάκης καταγγέλλει τη «διάλυση» ενός μηχανισμού στον οποίο ο ίδιος προσέφερε επί χρόνια τα πιο εύλεκτα υλικά. Η «σοβαρότητα» στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι πολιτική αρετή, αλλά το τελευταίο καταφύγιο του τακτικισμού. Είναι το κολλαριστό πουκάμισο που φοράει κανείς για να κρύψει ότι το πλοίο μπάζει νερά από παντού. Η γοητεία της εξουσίας παραμένει διακριτική και απόλυτα κυνική: καταφέρνει να πείθει τους διαχειριστές της ότι η προσωπική τους μετακόμιση αποτελεί ιστορικό χρέος προς το έθνος, ακόμη κι αν το μόνο που διασώζεται στο τέλος είναι η δική τους καρέκλα στο επόμενο πολιτικό δείπνο.
- Η τυφλή Θέμιδα και το φάντασμα του Θουκυδίδη
- Σκέψου να έρχονται οι Άνοιξες με πολλά διάπλατα παράθυρα κι εσύ να λείπεις...
- Το «Ferto» δεν είναι αστείο. Είναι η εποχή μας σε τρία λεπτά
