Μια αληθινή Ιστορία για την Ημέρα για την αναπηρία...

Μαρία Λιονάκη
Μαρία Λιονάκη
Μια αληθινή Ιστορία για την Ημέρα για την αναπηρία...

Σήμερα, όταν θυμήθηκα πως η μέρα είναι αφιερωμένη στην αναπηρία και καθώς η καραντίνα μας έχει κάνει όλους πιο ευαίσθητους , είπα θα το μοιραστώ...

της Μαρίας Λιονάκη

Δεν την έχω ξαναδιηγηθεί αυτή την ιστορία. Τη μια από τις τρεις πιο πονεμένες ιστορίες της ζωής μου, που δε έχω μοιραστεί. Θα είχαν και οι τρεις, άπειρα να πουν σα μηνύματα,  καθώς δε συνδέονται με το συνηθισμένο , μα με εκφάνσεις μιας πολύ κακιάς μοίρας, μα μη με ρωτάτε. Είναι πιο εύκολο να μιλάς για τον καιρό, τη φύση, τα λουλούδια ή τα σύννεφα, να αστειεύεσαι, να σαρκάζεις καμιά φορά, παρά να γράφεις  για όσα σε πονάνε.  Εξάλλου τα εν οίκω…Μα σήμερα,  όταν θυμήθηκα πως η μέρα είναι αφιερωμένη στην αναπηρία  και καθώς η καραντίνα μας έχει κάνει όλους πιο ευαίσθητους ,  είπα θα το μοιραστώ.  Δυο παιδιά είχαν γεννηθεί τότε στα Χανιά με πολιομυελίτιδα, πέντε και κάτι δεκαετίες πριν. Το ένα λαχείο κλήρωσε στην οικογένειά μας, στον αδερφό. Δε συνηθίζω να ρωτάω την κυρα Ξανθίππη για όσα την έχουν σημαδέψει. Περιορίζομαι στα τηλέφωνα μας να χρωματίζω τη φωνή μου με μια ουρανοκατέβατη ευτυχία, να της σχολιάζω τα απλά και τετριμμένα και να της κάνω τη μαμά. Είναι όμως κάποιες χειμωνιάτικες ώρες που δε γεμίζουν,  που  η σιωπή της ηλικίας την έχει εκνευρίσει, που παίρνει μόνη της το μονοπάτι του παρελθόντος με φωνή που ίσα ίσα ακούγεται, σα να βγαίνει από μακρύ δρόμο, μέσα από σπηλιά, φωνή σα λυγμό. Τότε το νιώθεις πως η στιγμή είναι ιερή και χαμηλώνεις την τηλεόραση με το τηλεκοντρόλ. 

Στα πρώτα δυο χρόνια της ζωής του έγινε το κακό, ενέσκηψε η αρρώστια που ήταν τρόμος τότε, κακή ώρα όπως είναι τώρα μια άλλη.  Μια αμέλεια ενός εμβολίου έχω καταλάβει  πως ήταν η αιτία . Όταν πήγε η μαμά τον αδερφό να το κάνει δεν εμβολίαζαν οι δημόσιες υπηρεσίες.  Της είπαν με απότομη φωνή, ελάτε αύριο. Μα η μαμά, μια απλή σπουδαία γυναίκα, με γνώσεις όχι ιδιαίτερες γραμματειακές,  την επομένη έπιασε τη μπουγάδα, να πλύνει στη σκάφη, το τσουκάλι, είχε ήδη τρία παιδιά, εμένα όχι ακόμη. Είχε και την πεθερά της στο σπίτι που την ξυπνούσε ως και τις νύχτες με φωνές να τη συνδράμει.  Το άφησε λοιπόν για αργότερα το εμβόλιο. Αχ μαμά…

Για να ξεκινήσει αμέσως μετά ο Γολγοθάς. Ένα ολόκληρο χρόνο έμεινε ο αδερφός μόνος στο Παίδων στην Αθήνα. Με οικογένεια του τις νοσοκόμες, με μοναδικό τακτικό επισκέπτη το θείο Αντώνη, αδερφό της μαμάς που ζούσε τότε στην Αθήνα. Η μαμά, πήρε πως πήρε,  το δρόμο για κάτω να φροντίσει τους υπόλοιπους.  Μια ασπρόμαυρη φωτογραφία από εκείνα τα χρόνια έχει  ιδιαίτερη θέση στο άλμπουμ το οικογενειακό. Τον δείχνει  να φοράει νάρθηκα, δυο χρονών περίπου κοντοκουρεμένο, μικροκαμωμένο παιδάκι σα κλαράκι, να κρατάει το κάγκελο σε ένα κρεβάτι κούνια και να κοιτάει με αμηχανία το φακό. Μα δε σταμάτησε εκεί αυτή η περιπέτεια. Η αρρώστια αυτή τότε ήταν τρομερή και φοβερή. Ατέλειωτα χειρουργεία χρειάστηκαν ως να διορθώνεται από λίγο κάθε φορά το πόδι που είχε προσβληθεί και κούτσαινε. Ευτυχώς το τσαγκαράδικο του μπαμπά στα Στιβανάδικα πήγαινε τότε καλά, χάρη στον νεοφερμένο σε κύματα τουρισμό. Έτσι πληρώθηκε στην Αθήνα ο πιο καλός γιατρός. Με πεσκέσια τακτικά κρητικά προϊόντα. Τα χειρουργεία που έγιναν δεν έχουν μετρημό. Η απλή γυναίκα του λαού, η επαρχιώτισσα, που ασχολούνταν λίγο με τη μοδιστρική στο διάλειμμα των οικιακών,  μετατράπηκε τότε σε ένα θεριό. Που έκλεινε εισιτήρια, που ανέβαινε μόνη στην Αθήνα,  που  έβρισκε καμαρότους και ανεβοκατέβαζαν το παιδί με το γυψωμένο πόδι στα καράβια, που βρήκε αργότερα  τον καλύτερο χειρουργό της εποχής στην Αθήνα .  Που προτιμούσε το καράβι που είχε κάποιο γνωστό. Θυμάστε το καράβι που βυθίστηκε στη Φαλκονέρα τότε; Ε…αυτό! Ένα μήνα πριν είχαν ταξιδέψει. Από τότε έχει πάντα η κυρα Ξανθίππη μια εικονίστα της Παναγίας κάτω από το μαξιλάρι της. Εκτίμησε τη συμπαράστασή της ως γυναίκα προς γυναίκα. Έχω ακούσει πολλά για εκείνα τα χρόνια. Για την κουρελού που κρατούσε μαζί της και την έστρωνε στο πάτωμα  στο Νοσοκομείο, δίπλα στο κρεββάτι του αδερφού μου και κοιμόταν.  Για τη νύχτα που την έδιωξαν από το Νοσοκομείο  με την απαγόρευση να μη μένουν συγγενείς και βγήκε στην κρύα νύχτα και δεν είχε που να πάει. Μια μακρινή  συγγένισσα έψαξε σε μια γειτονιά που δεν ήξερε,  δεν ξέρω αν πήγε και με τα πόδια ολότελα. Άλλα χρόνια τότε, πέτρινα.  Η  συγγένισσα,  της κράτησε απρόθυμα ανοιχτή την πόρτα.  Τι ήθελε τώρα κι αυτή η επαρχιώτισσα να την ταράξει νυχτιάτικα;  Αχ μαμά…Πολύ αργότερα σε μια από τις διορθωτικές επεμβάσεις που κράτησαν χρόνια,   ήρθε και η εγκυμοσύνη της σε μένα. Μαμά το μεγαλείο σου να με κρατήσεις.  « Ανοιχτά ανοιχτά να έχεις τα ποδαράκια σου, μη χτυπήσεις στην κοιλίτσα το μωρό που έχω» έλεγε, σύμφωνα με διήγηση που αγαπά να μου λέει,  στον αδερφό με το γυψωμένο πόδι,  καθώς τον μετέφερε αρκετές αποστάσεις μόνη της, ζωσμένο στη μέση της και στη μοίρα της, που ήθελε έτσι να γίνουν τα πράγματα. Έτσι γεννήθηκα στερνοπαίδι εγώ. Συναισθανόμενη, όσο μεγάλωνα πως η μοίρα είχε μια προτίμηση στο να ασχολείται με την οικογένειά μας.   

H  ίδια μοίρα που έχει κληρώσει κι άλλα αντίστοιχα ή άλλα εξίσου δραματικά λαχεία σε πολλούς ανθρώπους, σε πολλές οικογένειες.  Που δε σταματά να κάνει κληρώσεις. Όταν χαράζει ο πρώτος στεναγμός βγαίνει απ’ τα πιο σφιγμένα χείλη. Ανθρώπων που δε στάθηκαν τυχεροί ,που γεννήθηκαν ή απέκτησαν μετά   αναπηρίες, κινητικές, διανοητικές, πολλών λογιών. Που πονάνε, υποφέρουν, νοσηλεύονται συχνά, παίρνουν για πάντα θεραπευτική αγωγή.  Που δυσκολεύονται στην καθημερινή τους ζωή, αλλά έχουν μάθει να ζουν χωρίς γκρίνια με το πρόβλημά τους. Που εκτιμούν  γενικά αλλιώς τη ζωή και παλεύουν με αξιοπρέπεια πίσω από κλειστές πόρτες . Μαζί με τους συγγενείς που τους φροντίζουν ηρωικά. Ανθρώπων που τα δεδομένα για μας είναι ζητούμενα ή αδιανόητα. Που έχουν  μια διαφορετική κοσμοθεωρία, που έχουν ιεραρχήσει σωστά τις αξίες της ζωής, που λένε ευχαριστώ  στο ελάχιστο που ζούνε. Που έχουν αναπτύξει άλλες δεξιότητες, ταλέντα, που σπουδάζουν, εργάζονται, ονειρεύονται, κάποιοι οδηγούν αυτοκίνητα ειδικά γι’ αυτούς, που κάνουν σε κάποιες περιπτώσεις δική τους οικογένεια.  Που δε θέλουν οίκτο, μα στήριξη. Απ’ όλους μας, από την κοινωνία, την πολιτεία. Που μας κάνουν να τους θαυμάζουμε.

Υ. Γ Ο αδερφός μεγάλωσε, αγοράζοντας πάντα δυο διαφορετικά νούμερα παπούτσια, ένα για το κάθε πόδι. Έπαιξε μπάσκετ, πήγε σε αγώνες κολύμβησης ατόμων με αναπηρία, είχε σαν έφηβος μανία με τα αθλητικά. Εργάζεται σε θέση υπεύθυνη  σε υπηρεσία, με άριστη συναλλαγή με κόσμο. Οι συνάδελφοι του του έχουν αδυναμία. Όσο για την κυρα Ξανθίππη,  μας παιδεύει με τα καμώματά της γλυκά, ελπίζω για αρκετά χρόνια ακόμα.

 

 
 

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

ΣΤΕΙΛΕ ΤΗΝ ΕΙΔΗΣΗ