ΑΠΟΨΕΙΣ

Όταν ο κινηματογράφος συναντά την Ιστορία: σκέψεις με αφορμή την ταινία «Καποδίστριας» του Γιάννη Σμαραγδή

Mπορεί σε μία ταινία μυθοπλασίας να υπάρχουν αποκλίσεις από τα ιστορικά δεδομένα;

Όταν ο κινηματογράφος συναντά την Ιστορία: σκέψεις με αφορμή την ταινία «Καποδίστριας» του Γιάννη Σμαραγδή

Του Εμμ. Γ. Χαλκιαδάκη

Η ταινία του Γιάννη Σμαραγδή «Καποδίστριας» δεν είναι απλώς ένα κινηματογραφικό έργο. Τις τελευταίες ημέρες έχει μετατραπεί σε αφορμή έντονης δημόσιας αντιπαράθεσης, με τη συζήτηση να ξεφεύγει συχνά από τα όρια της κινηματογραφικής κριτικής και να αγγίζει ή και να συγχέει την ίδια την ιστορική φυσιογνωμία του Ιωάννη Καποδίστρια, τη ζωή του οποίου επιχειρεί να σκιαγραφήσει. Από τη μία πλευρά βρίσκονται όσοι επιδοκιμάζουν το κινηματογραφικό έργο όπως αυτό αποδόθηκε από τον σκηνοθέτη, και από την άλλη όσοι στρέφονται με ιδιαίτερη σφοδρότητα εναντίον της ταινίας και του δημιουργού της. Υπάρχουν, μάλιστα, και φωνές που προχωρούν ένα βήμα παραπέρα, συγχέοντας το κινηματογραφικό έργο με το ίδιο το ιστορικό πρόσωπο του Ιωάννη Καποδίστρια, τον οποίο επιχειρούν να αποδομήσουν.

 Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή…

Η ταινία «Καποδίστριας» είναι έργο μυθοπλασίας με ιστορικό υπόβαθρο και όχι ιστορικό ντοκιμαντέρ. Αυτό αποτελεί βασικό δεδομένο, το οποίο οφείλει να λαμβάνει υπ’ όψιν του όποιος ασκεί κριτική. Για παράδειγμα, ο μοναχός Νικόδημος που εμφανίζεται στο έργο είναι ένα φανταστικό πρόσωπο, το οποίο λειτουργεί αφηγηματικά ως στήριγμα της ιστορίας. Επιπρόσθετα, κάθε ταινία με ιστορικό χαρακτήρα φέρει αναπόφευκτα τη ματιά και την ερμηνεία του σκηνοθέτη της. Αν, μετά την προβολή της, σε ωθεί να αναζητήσεις περισσότερα για την εποχή και το πρόσωπο που πραγματεύεται, τότε έχει πετύχει τον βασικό στόχο της, που δεν είναι άλλος από το  να κινήσει το ενδιαφέρον της για την Ιστορία, χωρίς να την υποκαθιστά. Μπορεί κάποιος να διαφωνεί με τον τρόπο που αποδίδονται ιστορικά πρόσωπα στην ταινία, αλλά όχι με το δικαίωμά της να τον προτείνει. 

Το συγκεκριμένο κινηματογραφικό έργο παρουσιάζει την Ιστορία ως μία σύγκρουση ιδεών, όχι μόνο γεγονότων, και επισημαίνει τον ρόλο των Μεγάλων Δυνάμεων και της ξένης επιρροής, τις συγκρούσεις των συμφερόντων, τα διαφορετικά μοντέλα διακυβέρνησης, ενώ παρουσιάζει την ανθρώπινη πλευρά του Καποδίστρια. Η ταινία δεν προσπαθεί να είναι ουδέτερη, παίρνει θέση και προκαλεί τον διάλογο και την κριτική σκέψη και αυτό είναι θετικό σε ένα έργο μυθοπλασίας, καθώς σου δίνει αφορμή να ψάξεις περισσότερο την Ιστορία και σε ωθεί να αναρωτηθείς τι είναι ιστορικό γεγονός και τι ερμηνεία.

Στα θετικά του επισημαίνεται ότι είναι μία προσεγμένη, στο μέτρο των δυνατοτήτων της, ελληνική παραγωγή, με σοβαρό τόνο, ενώ θίγει διαχρονικά και επίκαιρα ζητήματα, όπως τον πολιτικό διχασμό, τις εξωτερικές παρεμβάσεις και τις δυσκολίες των θεσμών. Η ταινία αναδεικνύει τον Καποδίστρια ως μία τραγική και ασυμβίβαστη μορφή, ενώ, τηρουμένων των αναλογιών και του χαμηλού προϋπολογισμού της, επιχειρεί μία καλή αναπαράσταση της εποχής, που βοηθά τον θεατή να μεταφερθεί στο ιστορικό πλαίσιο της περιόδου. Τέλος, στην αφήγηση τονίζονται τα διλήμματα της εξουσίας και η σύγκρουσή της με τοπικούς και ξένους παράγοντες.

Στον αντίποδα των παραπάνω, η ταινία συχνά υιοθετεί μία εξιδανικευτική παρουσίαση του Καποδίστρια, ενώ επισημαίνονται οι αφηγηματικές αδυναμίες, όπως τα αδικαιολόγητα χρονικά άλματα, η δραματουργία που βασίζεται περισσότερο στον λόγο και λιγότερο στη δράση και ο περιορισμός του ρόλου των δευτερευόντων χαρακτήρων. Τέλος, η ταινία υιοθετεί μία έντονα θρησκευτική οπτική, μολονότι το θρησκευτικό στοιχείο αποτελούσε πράγματι σημαντικό μέρος στη ζωή των ανθρώπων της εποχής και είχε ιδιαίτερη σημασία για τον ίδιο τον Καποδίστρια, με αποκορύφωμα την παρουσία της Παναγίας, η οποία απομακρύνει το έργο από τον ιστορικό ρεαλισμό και δίνει στην ταινία έναν αγιογραφικό τόνο.

Ωστόσο, αξίζει να γίνουν κάποιες ενδεικτικές επισημάνσεις αναφορικά με τον ρόλο του Καποδίστρια στη διεθνή σκηνή της εποχής του ως διπλωμάτη και κατόπιν ως  υπουργού Εξωτερικών της Ρωσίας υπό τον τσάρο Αλέξανδρο Α΄. Συγκεκριμένα, ο Καποδίστριας ως διπλωμάτης της Ρωσίας συνέβαλε στη διαμόρφωση του Ομοσπονδιακού Συμφώνου του 1815 (που αποτέλεσε την προκαταρκτική βάση για την οργάνωση της Ελβετίας, μετά τους Ναπολεόντιους Πολέμους, πολύ πριν από το Ομοσπονδιακό Σύνταγμα του 1848), ενώ συνέβαλε στη διασφάλιση της ουδετερότητας και στην κατοχύρωση της διεθνούς αναγνώρισης του ελβετικού κράτους. Επιπλέον, ο Καποδίστριας συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις του Συνεδρίου της Βιέννης, στο οποίο και τέθηκε και το ζήτημα του διαμελισμού της Γαλλίας. Ωστόσο, το ζήτημα του κατακερματισμού της γαλλικής επικράτειας που αποτράπηκε δεν ήταν το αποτέλεσμα των αποκλειστικών ενεργειών του Καποδίστρια, όπως φάνηκε στην ταινία, αλλά ευρύτερο θέμα των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής. Επιπρόσθετα, μεταξύ άλλων, δεν τεκμηριώνεται ιστορικά ότι ο Καποδίστριας χρηματοδότησε τις σπουδές ενός εκ των δολοφόνων του, του Γεωργίου Μαυρομιχάλη. Και αυτές δεν ήταν οι μόνες ιστορικές ασυμφωνίες. 

Και στο σημείο αυτό τίθεται εύλογα το ερώτημα: μπορεί σε μία ταινία μυθοπλασίας να υπάρχουν αποκλίσεις από τα ιστορικά δεδομένα; Η απάντηση είναι καταφατική. Η καλλιτεχνική ελευθερία, η δραματική ένταση, η συμπύκνωση του χρόνου ή των χαρακτήρων επιτρέπουν τέτοιες επιλογές, αρκεί, όμως, να μην συγχέονται με την ιστορική έρευνα. 

Παρά τις όποιες ενστάσεις, η ταινία παρακολουθείται με ενδιαφέρον, εφόσον ο θεατής την προσεγγίσει εξαρχής ως έργο μυθοπλασίας με ιστορικό υπόβαθρο και όχι ως μία απόλυτα τεκμηριωμένη ιστορική αναπαράσταση. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το έργο λειτουργεί αποτελεσματικά ως κινηματογραφικό αφήγημα, αναδεικνύοντας το δραματικό φορτίο της εποχής και την τραγικότητα του ρόλου του πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας.

Πέρα από κάθε κινηματογραφική απόδοση, ο Ιωάννης Καποδίστριας παραμένει μια κορυφαία μορφή της Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας και όχι μόνο. Ως πρώην ανώτερος διπλωμάτης και ως πρώτος κυβερνήτης της Ελλάδας επιχείρησε να θεμελιώσει το νεοσύστατο ελληνικό κράτος μέσα σε συνθήκες εσωτερικής διάλυσης και εξωτερικών ανταγωνισμών και παρεμβάσεων. Υπήρξε υπόδειγμα ανιδιοτελούς και έντιμου ηγέτη. Ο ίδιος ζούσε με λιτότητα, πούλησε τα προσωπικά του αντικείμενα, για να εξασφαλίσει τρόφιμα και βοήθεια για τους πεινασμένους Έλληνες, δεν δέχθηκε τον μισθό του κυβερνήτη, ίδρυσε την πρώτη ελληνική τράπεζα, θέτοντας ως εγγύηση μέρος της περιουσίας του. Μεταξύ άλλων, χρηματοδότησε σχολεία, ορφανοτροφεία και νοσοκομεία, στηρίζοντας τους φτωχούς, τα ορφανά και τους πρόσφυγες. Ο κυβερνήτης, όμως, θεώρησε την αυταρχική διακυβέρνηση απαραίτητη για τη σταθεροποίηση και την οργάνωση του νεοσύστατου ελληνικού κράτους και στο πλαίσιο αυτό συγκρούστηκε με την τοπική εξουσία. Οι τοπικοί άρχοντες επιχείρησαν να διατηρήσουν τα προνόμια που είχαν στην προεπαναστατική ελληνική κοινωνία, ενώ ο Καποδίστριας προσπάθησε να ενισχύσει την κεντρική διοίκηση, περιορίζοντας τη δύναμη και τα προνόμιά τους. Αμετακίνητος στις απόψεις του και ανεπηρέαστος από πολιτικές πιέσεις και προσωπικά συμφέροντα, πλήρωσε με τη ζωή του την προσπάθεια θεμελίωσης ενός οργανωμένου και ανεξάρτητου κράτους.

Η επισήμανση αυτή κρίνεται απαραίτητη, καθώς με αφορμή την ταινία παρατηρείται το φαινόμενο ορισμένων πρόχειρων και ανιστόρητων επιθέσεων στο πρόσωπο του Ιωάννη Καποδίστρια. Η σύγχυση ανάμεσα στη κινηματογραφική αναπαράσταση και στην ιστορική πραγματικότητα οδηγεί σε άδικες κρίσεις που αγνοούν το πραγματικό  έργο του πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας. Η κριτική στον κινηματογράφο είναι θεμιτή· η σφοδρή διατύπωση κρίσεων, όμως, απέναντι σε μία ιστορική φυσιογνωμία του μεγέθους του Ιωάννη Καποδίστρια προϋποθέτει επαρκή γνώση του ιστορικού πλαισίου και στοχαστική ιστορική προσέγγιση. Σε αντίθετη περίπτωση, η αποτίμηση καθίσταται μεθοδολογικά προβληματική και στερείται επιστημονικής τεκμηρίωσης, καθώς η ελλιπής ή αποσπασματική γνώση, ευνοεί ερμηνευτικές στρεβλώσεις και αξιολογικές προκαταλήψεις.

Συνοψίζοντας, η ταινία «Καποδίστριας» προσφέρει μια δραματική και κινηματογραφική ανάγνωση της ζωής του πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας μέσα από τον φακό του σκηνοθέτη της. Παρά τις όποιες ιστορικές αποκλίσεις, λειτουργεί ως αφορμή για συζήτηση και έρευνα, υπενθυμίζοντας τη σημασία του διαχωρισμού μεταξύ ιστορικής σκέψης και μυθοπλασίας, καθώς η ιστορική ανάλυση στηρίζεται σε τεκμηριωμένα στοιχεία και κριτική μεθοδολογία, ενώ η μυθοπλασία ακολουθεί τους δικούς της αφηγηματικούς και αισθητικούς κανόνες. 
 

*Ο Εμμ. Γ. Χαλκιαδάκης διδάσκει Ιστορία στο Πανεπιστήμιο Κρήτης

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

Στείλε την είδηση