Ένα πλαστό δικαιολογητικό απουσιών...
"Χρειάστηκαν λίγα λεπτά. Για να συναντηθούν τα μάτια μας. Να καταλάβω και να καταλάβει… Ναι ήταν αυτός!"
Ήταν από τους πιο ζωηρούς μαθητές μας. Στο Εσπερινό γυμνάσιο πριν αρκετά χρόνια. Εγώ ήμουν καινούρια καθηγήτρια τότε κι ακόμα πειραματιζόμουν να μάθω τον τρόπο να διδάσκω. Αυτός πάλι ήταν ένα νέο παιδί που πειραματιζόταν να μάθει τη ζωή. Τα αρχαία ελληνικά φυσικά δεν τον συγκινούσαν. Τον συγκινούσε να ζήσει, να κάνει τις βόλτες του, να περιηγηθεί στο έξω, στην πλατεία που γειτνίαζε στο σχολείο μας, με συνομήλικους που γειτνίαζαν τα ενδιαφέροντά τους, που είχαν την ίδια λίγο πολύ βιοθεωρία.
Να ζήσουν το «τώρα» και το «πολύ». Από πίσω του έτρεχα εγώ, από το μανίκι της φούτερ ζακέτας του κρεμόμουν, φάντης μπαστούνι εμφανιζόμουν μπροστά του τις μέρες που μας έκανε την τιμή και φοιτούσε. Για απουσίες του έλεγα, για όρια δικαιολογημένων- αδικαιολόγητων απουσιών, να φέρει δικαιολογητικό οπωσδήποτε, γιατί θα το μετανιώσει μετά, μα θα είναι αργά. Αυτά του έλεγα εγώ με ύφος σοβαρό και στόμφο. Κι αυτός είχε ένα χαμόγελο αισιοδοξίας, αταραξίας, της παντοδυναμίας που νιώθουν τα νιάτα. Σα να του μιλούσα στα αρχαία ελληνικά με κοιτούσε. Καινούρια εν τω μεταξύ εγώ στην εκπαίδευση, να ακολουθώ κατά γράμμα κανόνες, ΦΕΚ, μέτρα και νόμους και όλα τα σχετικά που το Υπουργείο και η Διεύθυνση του σχολείου όριζε. Αυτός πάλι το βιολί του. Σημασία δεν έδινε. Στο δικό του Υπουργείο υπάκουε.
Θυμάμαι ήταν τελευταία ημέρα. Θα μπαίναμε για συνεδρίαση, για έκδοση αποτελεσμάτων, βαρυσήμαντο γεγονός. Ένα δικαιολογητικό του είχα ζητήσει να φέρει, ένα αναθεματισμένο δικαιολογητικό και δεν το είχε φέρει! Αμάν πια η αναισθησία του. Αφού είχε περιθώριο να δικαιολογήσει, να χάσει τη χρονιά του έτσι; -« Να τη χάσει!, αφού είναι …αναίσθητος» έλεγε μια φωνή μέσα μου, ενώ ήμουν σε αναβρασμό, πάνω κάτω, ανάμεσα στην αίθουσα συνεδριάσεων και στην αυλή, μπας και τον δω να εμφανίζεται ξαφνικά να μου φέρει το πολυπόθητο δικαιολογητικό.
Όταν πλέον συνειδητοποίησα πως μάταια περίμενα, παίρνω από το γραφείο της διεύθυνσης το επίσημο χαρτί, πηγαίνω παράμερα και με τρεμάμενα χέρια κρατώντας μπλε στυλό γράφω όνομα κηδεμόνα , ημερομηνία, τραβώντας λίγο τα δικά μου γράμματα να γίνουν πιο μεγάλα, πιο στρογγυλά και βάζω και στο τέλος μια υπογραφή φαρδιά πλατιά. Το τακτοποιώ μαζί με τα άλλα και έτσι δίνω στον αμελή μαθητή μου το διαβατήριο να εξεταστεί τον Ιούνιο, μαζί με τους υπόλοιπους μαθητές. Φοίτηση επαρκής και όλα καλά, όλα άγια.
Στην Εκκλησία Κυριακή πρωί για κάποιο μνημόσυνο. Σε μια εκκλησία που δεν είναι η ενορία μας, αλλά είναι από αυτές τις σχετικά απομακρυσμένες τις πολύ περιποιημένες με κήπους, αυλές, υπόστεγα, παρακείμενα της εκκλησίας ταιριαστά στην αρχιτεκτονική φρεσκοασπρισμένα κτίρια , αίθουσες μεγάλες μνημόσυνων και σημαντικό έργο για τους φτωχούς. Τα ανθισμένα λουλούδια κι ο καλός καιρός, σε συνδυασμό με την ηρεμία και την κατάνυξη των ημερών κάνουν ακόμα πιο ξεχωριστή την παραμονή μας εκεί αυτό το πρωινό, ενώ ο Επιτάφιος με τα μαραμένα πια λουλούδια μαρτυρά πως είμαστε στην Κυριακή του Θωμά.
Η μνήμη περιδιαβαίνει στις κοινές στιγμές με τον άνθρωπο του οποίου το μνημόσυνο θα γίνονταν, μα και στις δικές μας απώλειες. Είχαμε έρθει νωρίς και έτσι μπορέσαμε να παρατηρήσουμε το χώρο, τα στασίδια, το άναμμα των κεριών, την εικονογραφία, τον ‘Αγιο Γεώργιο καβάλα στο άλογο και τον Άγιο Δημήτριο επίσης, την μεγάλη ασημένια εικόνα της Παναγίας μας, μα και να ακούσουμε την γλυκιά ψαλμωδία με τα τροπάρια της Εκκλησίας μας, το Ευαγγέλιο, τις προσευχές και το «Χριστός ανέστη» των ημερών. Το « Πάτερ ημών» έψαλαν όλοι μαζί οι πιστοί. Στην εκκλησία συνδέεσαι μυστικά για λίγο με τους υπόλοιπους πιστούς, μέσα από τη συναίσθηση της κοινής θρησκείας και ανθρώπινης μοίρας. Το ημίφως όπως διαχέονταν στο χώρο από τα καντήλια και τα κεριά ενώνονταν με τους γαλήνιους για την ψυχή ήχους από τους παπάδες και τους ψάλτες που ήταν ιδιαίτερα καλλίφωνοι και μας υπέβαλε ακόμα πιο κατανυκτικά γεμίζοντάς μας ηρεμία .
Χρειάστηκαν λίγα λεπτά. Για να συναντηθούν τα μάτια μας. Να καταλάβω και να καταλάβει… Ναι ήταν αυτός! Στην αρχή δεν ήμουν σίγουρη…άραγε με γνώρισε; Ναι με γνώρισε, αλλιώς δε θα με κοιτούσε τόσο επίμονα. Το κούρεμα δεν ήταν φυσικά το ίδιο, καθώς τα μαλλιά ήταν τραβηγμένα πια πίσω από το κεφάλι στη χαρακτηριστική κόμμωση, μα τα μάτια, τα χαρακτηριστικά του προσώπου, ώριμα πια και σοβαρά , η σεβάσμια κορμοστασιά με τα λίγα παραπάνω κιλά, όπως την έντυναν τα άμφια, τα ιερά ρούχα…
Κινούνταν στο ημίφως με αγγελική μορφή, απόλυτα δοσμένος σε αυτό που υπηρετούσε, απόλυτα γνώστης κάθε παραγράφου του όλου τελετουργικού και της προσήκουσας ψαλμωδίας, σε μια μυσταγωγία που τη ζούσε και τη ζούσα με όλη μου την ψυχή. Που μπήκα μπροστά και αφέθηκα να γίνω μέρος της, να φτάσει κάθε άγια νότα ως τα μύχια της ψυχής μου. Ένιωθα πια πως εγώ ευεργετούμουν από την ήρεμη και γλυκιά ψαλμωδία του, σαν ανταπόδοση μιας άλλης στιγμής, που εξαγνίστηκε στο παρόν, ενώ η Παναγία στην εικόνα της σα να μας χαμογελούσε…
- Ματς pregame του τελικού και τώρα … FERTO!
- «Ο ρόλος της Ελλάδας σε ένα ΝΑΤΟ χωρίς τις ΗΠΑ»
- Ο Αποσελέμης, τα φυτοφάρμακα στο Οροπέδιο και η κρατική ομερτά
