ΑΠΟΨΕΙΣ

«Η θυγάτηρ Εκκλησία εν αιχμαλωσία»: Εκκλησία της Κρήτης τώρα και …τότε

Η άγνωστη ιστορία του αρεστού στην Υψηλή Πύλη Μητροπολίτη Κρήτης Νεόφυτου Πατελάρου που ακολούθησε την Οθωμανική στρατιά στην Κρήτη πριν 380 χρόνια

"

Με τα συμβαίνοντα τις τελευταίες ημέρες στην Εκκλησία της Κρήτης, σου έρχεται στο μυαλό, έστω και παραλλαγμένος, ο τίτλος του κλασικού έργου του μεγάλου ιστορικού και βυζαντινολόγου Στήβεν Ράνσιμαν. Στη θυγατέρα Εκκλησία που καμία ημιαυτονομία υπάρχει εκ των πραγμάτων, αλλά ούτε και υπήρξε ποτέ. Προς τούτο η ίδια η Ιστορία είναι αμείλικτη και αποκαλυπτική.

Όταν οι Βενετσιάνοι αγοράσανε την Κρήτη από τον Βονιφάτιο το Μομφερρατικό (1204), διώξανε κατ’ απαίτηση του Πάπα τον Ορθόδοξο Μητροπολίτη της και εγκαταστήσανε στο Χάνδακα Λατίνο Αρχιεπίσκοπο. Ανώτατη πια ορθόδοξη εκκλησιαστική αρχή στη Μεγαλόνησο ήταν ο πρωτοπαπάς του Χάνδακα, θρησκευτικής πρωτεύουσας του νησιού. Όταν ξεκίνησαν οι Τούρκοι να κατακτήσουνε την Κρήτη (1645) φρόντισαν από πριν, να εγκαθιδρύσει εκεί το Πατριαρχείο νέα εκκλησιαστική αρχή, σε συνεννόηση μαζί του.

Χειροτονήθηκε τότε, με τη σύμφωνη γνώμη της Υψηλής Πύλης, ως Μητροπολίτης Κρήτης ο ανιψιός του άλλοτε Οικουμενικού Πατριάρχη Αθανασίου Πατελάρου, Νεόφυτος. Οι Πατελάροι ήταν αρχοντική φαμελιά του Ρεθύμνου. Ο συντοπίτης τους Μαρίνος Τζάνες Μπουνιαλής γράφει γι’ αυτούς στον «Κρητικό Πόλεμο», όπου μιλάει η ίδια ή πολιτεία:

«Τσή Κρήτης τ’ αρχοντόπουλα όπου με κυβερνούσαν

Βαρούχοι και Βεργίτζηδες, Λομπάρδοι, Πατελάροι»

και αναφέρει  ξανά τη φαμελιά και αλλού:

 «Τον Πατελάρο λέγω σου, πώς έστεκεν στην Πόλη

κι ήτανε Οικουμενικός, καθώς το ξέρουν όλοι».

Ο εγκυρότερος βιογράφος του Νεόφυτου, Μητροπολίτης Κρήτης Τιμόθεος Βενέρης, παραδέχεται ότι ο καινούριος Μητροπολίτης ακολουθούσε τον Τούρκο αρχιστράτηγο Γιουσούφ Πασά, που πρωτοαποβιβάστηκε στο νησάκι Θοδωρού στα Χανιά «τη 28η Ρεμπιούλ-Αχήρ 1055» (1645).  Αναφέρει μάλιστα και έγγραφο του 1645, όπου ο Πατελάρος υπογράφει ως «Νεόφυτος ελέω Θεού Αρχιεπίσκοπος Κρήτης, Υπέρτιμος και έξαρχος πάσης Ευρώπης».

Η δράση του Νεοφύτου κατά τα 24 χρόνια που κράτησε ο Κρητικός Πόλεμος, κοιταγμένη από μια σημερινή σκοπιά, στάθηκε προδοτική. 

Ο χαρακτηρισμός, βαρύς κατά τη δική μας οπτική, είναι όχι μονάχα λαθεμένος αλλά και άδικος. Δεν επιτρέπεται να δικάζουμε τα ιστορικά πρόσωπα, παρά μονάχα με τα ηθικά κριτήρια που ίσχυαν την εποχή της δράσης τους.

Ο Πατελάρος ανατράφηκε και έζησε στο περιβάλλον όπου κάποτε διακρίθηκε ένας Νοταράς, ένας Σχολάριος και ακόμα φυσικά και αυτός ο ίδιος ο Παναγιώτης Νικούσιος, ο έμπιστος Φαναριώτης Μεγάλος Διερμηνέας του Κιοπρουλή Πασά κατά την παράδοση του Μεγάλου Κάστρου.

Για τους ανθρώπους αυτούς η έννοια της πατρίδας ταυτιζότανε με εκείνη της Ορθοδοξίας. Κοιτάζοντας τα πράγματα από τη δική τους σκοπιά θα καταλάβουμε γιατί θεωρούσανε τότε σαν χειρότερο εχθρό της Ορθοδοξίας τους Λατίνους και όχι τους Τούρκους. Οι τελευταίοι εχθρεύονταν τους Χριστιανούς γενικά, και άλλη ζημιά πέρα από τον προσηλυτισμό, λίγων  αρνησίθρησκων, δεν μπορούσαν να κάνουν στην Ορθοδοξία.

Ενώ οι Λατίνοι κύριο σκοπό τους είχανε πάντα τον ολοκληρωτικό αφανισμό της Ανατολικής Εκκλησίας, την ένωσή της δηλαδή με τη Δυτική κάτω από το σκήπτρο του Πάπα.

Η πολιτική γραμμή του Παναγιώτη Νικούσιου, που κάπου 150 χρόνια ακολούθησε το Φανάρι, ήταν η «εκ των ένδον» διάλυση-αποσύνθεση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με αντικειμενικό σκοπό την επανασύστασή της, υπό Φαναριώτικη ηγεσία. Η αναγέννηση δηλαδή της παλαιάς Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Κάθε κομμάτι που οι δυτικοί λαοί αποσπούσανε από τους Τούρκους ήταν χαμένο τελεσίδικα και θα έλειπε μια μέρα από το χάρτη της μελλοντικής τους Ορθόδοξης Αυτοκρατορίας.

Κατά την άποψη των Φαναριωτών, τους Τούρκους μια μέρα θα τους έκαναν καλά, ενώ οι Ευρωπαίοι ήταν και θα μένανε «αχτύπητοι». Σε αυτή τη νοοτροπία οφείλονται και τα γνωστά «προδοτικά» λόγια του Μεγαδούκα Λουκά Νοταρά.  Σε αυτήν και η με τόση αυταρέσκεια και θαυμασμό διήγηση της (ανύπαρκτης) απάτης-προδοσίας του Νικούσιου στο Μεγάλο Κάστρο και στα ίδια τα μηνύματα του Πατελάρου, που καρφωμένα σε σαΐτες φτάνανε μέσα στα τείχη στο πολιορκούμενο Μεγάλο Κάστρο, προτρέποντας τους πολιορκημένους να παραδοθούνε. Το τέλος του Πατελάρου είναι, ίσως ως ένα σημείο, λυπηρό.

Όταν ύστερα από τόσους πολυετείς αγώνες επικρατήσανε τελικά οι Τούρκοι, ο Πατελάρος δεν μπόρεσε να εξασφαλίσει ως έδρα Μητρόπολης ούτε μια εκκλησία μέσα στο ρημαγμένο Χάνδακα. Όπως γράφει και ο σύγχρονος υμνητής του Πρεσβύτερος Παύλος, σε ποίημα που ο Μητροπολίτης Τιμόθεος Βενέρης πρωτοδημοσίευσε στη «Χριστιανική Κρήτη»:

 «Κι αν είχε θέλει και κιαμνιά βολά να λειτουργήσει,

ήπρεπε των Σιναϊτών μετάνοια να ποιήσει».

Το γεγονός έχει κάποιο ενδιαφέρον, γιατί όπως αποκάλυψε ο μελετητής των τουρκικών αρχείων Ηρακλείου αείμνηστος Νικόλαος Σταυρίδης στα Κρητικά Χρονικά (1969) «…έξη μήνες μετά την Άλωση (σ.σ.: Μ. Κάστρου) και πριν ακόμα φύγει ο Μεγάλος Διερμηνέας Παναγιωτάκης Νικούσιος μαζί με τον Κιοπρουλή για την Κωνσταντινούπολη, αγόρασε σε δημόσιο πλειστηριασμό την εκκλησία του Αγίου Ματθαίου και την παρέδωσε όχι στο Μητροπολίτη Πατελάρο, αλλά στους μοναχούς της Αγίας Αικατερίνης του Σινά». Γι’ αυτό και ο Πατελάρος, μη έχοντας Μητροπολιτικό ναό για να λειτουργεί, «ήπρεπε των Σιναϊτών μετάνοια να ποιήσει»!

Τελικά ο Πατελάρος «μπαΐλντισε» από τις αμέτρητες αντιξοότητες, το συστηματικό «άδειασμα» και τον παραγκωνισμό που εξακολουθητικά συναντούσε από τα νέα αφεντικά της Κρήτης  και γύρω στο 1678 έφυγε από το νησί και εγκαταστάθηκε στη Βλαχιά. Από εκεί έστειλε στον Οικουμενικό Πατριάρχη, την ίδια χρονιά, την παραίτησή του από τη Μητρόπολη Κρήτης. Και εκεί, όπως μας βεβαιώνει ο υμνωδός του Πρεσβύτερος Παύλος :

« (Εκεί ) ο κυρ Νεόφυτος δίδει το κοινόν χρέος,

ο Πατελάρος στην γενιά λέγω ο Ρηθυμναίος».

Ο βαθιά θρησκευόμενος αλλά φιλοβενετός Μαρίνος Τζάνες Μπουνιαλής, που τόσους επαίνους στιχουργεί για τον «συμπολιορκημένο» του Πατριάρχη Ιωαννίκιο (που τον έφερε ο Φραγκίσκος Μοροζίνι σαν αντίπαλο δέος του Πατελάρου) απαξιεί και να αναφέρει τον συμπολίτη του Νεόφυτο!

Αυτά έγιναν ακριβώς πριν από 380 χρόνια στην Εκκλησία της Κρήτης, χάριν σκοπιμοτήτων. Μήπως αυτό ακριβώς το ίδιο, δεν γίνεται και σήμερα;

 

Πηγή: Τριλογία «Οι Νταβιτσέντσα» (1570-1670) από το γιγάντιο ιστορικό μυθιστόρημα «Ο Περίπλους» (1570 -1870) του Διονύση Ρώμα.

Κεντρική Φωτογραφία: Ο σουλτάνος Μωάμεθ Β παραδίδει προνόμια στον Πατριάρχη Γεννάδιο Β αναγνωρίζοντάς τον ως ηγέτη στο Ορθόδοξο «Μιλλέτ». Απόσπασμα από ψηφιδωτό στο κτίριο του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Κωνσταντινούπολη, έργο του Σωτήρη Βάρβογλη.

 

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

Στείλε την είδηση