Γυναίκα, ηρωίδα ιάμβου

Μαρία Λιονάκη
Μαρία Λιονάκη
Γυναίκα, ηρωίδα ιάμβου

Τα καλά της έβαλε η σημερινή Δευτέρα  ξημερώνοντας. Για να γιορτάσει τη γιορτή της γυναίκας.

Της Μαρίας Λιονάκη
 

Από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα  του σπιτιού του  πρώτου ορόφου  πρόβαλλε φουριόζα και θυμωμένη  μια γυναικεία μορφή. Ίσως να την έλεγαν Ελένη, ίσως κι αλλιώς.  Κρατούσε  στο ένα χέρι  ένα λευκό μαξιλάρι  αφράτο, ξεκοιλιασμένο, τρομοκρατημένο  και το χτυπούσε με το άλλο χέρι με μανία. Να φύγουν τα ακάρεα.  Είχε πιασμένα κότσο τα μαλλιά και φορούσε άσπρη  φούτερ μπλούζα, ασορτί με το μαξιλάρι.  Ασορτί με το πρόσωπο της  που είχε σίγουρα έλλειψη βιταμίνης d. Τη συνιστούν οι γιατροί τη βιταμίνη d. Θωρακίζει λένε τον οργανισμό από τον ιο. Μα πού να τη βρούμε κλεισμένοι στα σπίτια μας;  Το χρώμα της φόρμας  του παντελονιού  δεν μπόρεσα να το δω.  Με εμπόδιζε η τσιμεντένια πρόσοψη του μπαλκονιού με το γκρίζο μεταλλικό  κάγκελο, το φρεσκοπλυμένο,  ως  επιστέγασμα,  καθώς κινιόμουν στον από κάτω δρόμο εγώ.  Έμπλεη καλής διάθεσης, λες και περπατούσα  δίπλα στο κύμα ή σε λιβάδια με αγριολούλουδα, ανεμώνες, μαργαρίτες να μαδάω κι όλο εκείνες να ρωτάω. Θα βγούμε στις δεκαέξι απ’ το lockdown ή  δε θα βγούμε;   

Προσπαθούσα  να συλλέξω βιταμίνη d , στα πλαίσια μετακίνησης έξι. Η δε Ελένη, ας την πούμε Ελένη, προσπαθούσε να φέρει βόλτα το νοικοκυριό πριν τη βρει το σούρουπο. ‘Η το χάραμα, πριν  το χάραμα μονάχη εξεκίνησα. Από τη μία πόρτα βγήκε, στην άλλη μπήκε, η ας πούμε Ελένη,  κινούμενη με την ορμή ιπτάμενου αντικειμένου  που εκτοξεύεται στη σελήνη. ‘Η στον Άρη. Πιάνοντας ταχύτητα με το προσωπικό της κοντέρ, ίδια με του φωτός, ταχύτητα  που δε θα πλησίαζε καν ένας άνδρας. Ούτε στο όνειρο του.  Την κυνηγούσαν οι δουλειές που είχε αφήσει στη μέση προφανώς. Κι ο χρόνος. Πάντα τις κυνηγάει τις εργαζόμενες γυναίκες ο χρόνος. Φωνάζοντας στην πλάτη της δυνατά, σε έγκλιση προστακτική, σε  κάποιο παιδί σίγουρα. Πάντα οι γυναίκες φωνάζουν στην πλάτη τους  δυνατά. Πάντα οι γυναίκες μιλάνε σε προστακτική έγκλιση όταν είναι απηυδισμένες από το νοικοκυριό. Στους οικείους,  στο σύζυγο που συνήθως ακούει τις μισές συλλαβές και μένει ενεός προσπαθώντας να βρει αν φταίει σε κάτι  ή τι πρέπει να κάνει,  επακριβώς και σύντομα, πριν  τον πάρει και τον σηκώσει.  Έτσι φώναζε κι η ας πούμε Ελένη στα παιδιά της προφανώς : «Μόλις κάνατε μπάνιο…». Τη συνέχεια μπόρεσα να την μαντέψω. «θα κατεβείτε να παίξετε να λερωθείτε πάλι;»  Δε χρειάστηκε εξάλλου φαντασία τη μητρική διάλεκτο να αποκωδικοποιήσω,  καθώς ήδη ένας μεγαλούτσικος μπόμπιρας έκανε ποδήλατο στο πλακόστρωτο της αυλής,  με ύφους θριάμβου.  Λες κι είχε αποδράσει από το Αλκατράζ. Με ταχύτητα που θα ζήλευε αεροπλάνο. Τρομοκρατώντας τα λουλούδια στα παρτέρια του κήπου, που ριζωμένα όπως ήταν δεν μπορούσαν να ξεφύγουν από τη μαμά τους.

Μα τι μέρα είναι σήμερα και επικρατεί της καθαριότητας αυτός ο  οργασμός; Σκέφτομαι, ενώ συνεχίζω τον περίπατο μου.  Ξεσκονίσματα, σφουγγαρίσματα, αλλαγή σεντονιών, πλύσιμο των ρούχων, μπάνιο όλοι,  πότε κάνει η ελληνική οικογένεια; Πατροπαράδοτα, πάππου προς πάππου, σύμφωνα με το πρωτόκολλο;   Είναι Σάββατο! Παγκόσμια ημέρα οικιακών. Όπως η  Κυριακή είναι  η παγκόσμια ημέρα εκκλησίας και επισκέψεων. Σε κανονικές συνθήκες,  πριν έρθει ο ιος και τα κάνει ρημαδιό. Κι η Δευτέρα η μέρα που ξεκινάνε οι δίαιτες. 

 Το μυαλό μου, μπόμπιρας που ποδηλατεί στο παρελθόν μου… Κάθε Σάββατο  στα Χανιά, γύρω από το πατρικό μου οι καλές νοικοκυρές,  αυτές  δηλαδή που τύλιγαν ντολμαδάκια ως να πεις κύμινο, συνήθιζαν να  ξυπνούν  από τα  χαράματα. Τέτοια ώρα ζώνονταν τα άρματα, την ποδιά, τη σκούπα τα φαράσια.  Τότε ήταν ντροπή να κοιμάται μια γυναίκα ως τις δέκα το πρωί.  Ισάξια ντροπή  με το να μη στρώνει το κρεβάτι της αμέσως μόλις σηκωθεί. Θεωρούνταν ακαμάτρα, πομπή, βάρος της κοινωνίας  και αποκλειόταν να της στείλουν καλό προξενιό.  Τότε συνηθίζονταν το προξενιό.   Εκείνη την εποχή λοιπόν στα Χανιά, οι νοικοκυρές σκούπιζαν ως και τους δρόμους έξω από τα σπίτια τους. Σε μια κρίση νοικοκυροσύνης, σε ένα δικό τους συναγωνισμό. Ποτέ δεν το κατάλαβα σαν παιδί αυτό. Δουλεία  μου φαινόταν εκείνη την εποχή οι δουλειές του σπιτιού, ακόμα και οι βασικές.  Εγώ σίγουρα δε θα είχα τέτοιες κουραστικές έξεις, σίγουρα θα είχα υπηρετικό προσωπικό. Κούνια που με κούναγε.

Γκύζης πίνακας
 

Τα καλά της έβαλε η σημερινή Δευτέρα  ξημερώνοντας. Για να γιορτάσει τη γιορτή της γυναίκας. Που είναι συνώνυμο της ομορφιάς ήδη από την εποχή της Ελένης της Τροίας. Που είχε  σημαντική θέση  στη μινωική εποχή, καθώς οι μινωίτισσες ήσαν γυναίκες με άποψη, ενδυματολογική έκφραση, κομψότητα και φροντισμένη εμφάνιση, ελευθερία και τόλμη. Της γυναίκας που έχει ξεφύγει σε μεγάλο βαθμό από τα στεγανά παλιών αντιλήψεων, μα όχι εντελώς. Που έχει βγει στην εργασία, διαπρέπει στην επιστήμη, δραστηριοποιείται στον πολιτικό και κοινωνικό χώρο, συνδυάζοντας παράλληλα τις περισσότερες φορές και το ρόλο της μάνας, της συζύγου, της νοικοκυράς.  Της γυναίκας που μπορεί να μην  επιλέξει να κάνει οικογένεια, μα νιώθει μια χαρά με τις επιλογές της και τον τρόπο ζωής της. Της γυναίκας που άλλοτε φοράει παπούτσι ανατομικό κι άλλοτε γόβα. Που χαϊδεύει στον καθρέπτη τις ρυτίδες της, που αγαπά την κυτταρίτιδα που δεν υποχωρεί,  που ψηλαφίζει ανελλιπώς, όπως της συστήνει ο γυναικολόγος,  το μαστό. Που δεν παραλείπει να κάνει τους προληπτικούς ελέγχους που πρέπει. Της γυναίκας που ξέρει να βάζει όρια και να προστατεύει τον εαυτό της από την ανδρική σεξουαλική παρενόχληση. Της γυναίκας στήριγμα την εποχή που διανύουμε, καθώς δε χάνει τη γλυκύτητα,  το θάρρος και την ελπίδα της. Γυναίκες Χρόνια μας πολλά!

Της νύφης που κακοπάθησε, δημοτικό

«Ελένη προξενολογούν, Ελένη κάνουν νύφη.
Μήνες τση τάζουν τα προικιά και χρόνους τ’ αντιπροίκια.

Τση τάζει κι ο πατέρας της κάτεργ’ αρματωμένα, 

τση τάζουν και τ’ αδέρφια της καράβια φορτωμένα,

τση τάζει κι η μανούλα της κρυφά δέκα χιλιάδες, 

χρυσό θρονί να κάθεται, χρυσό μήλο να παίζει.

Μα’ρτανε οι χρόνοι δίσεφτοι κι οι μήνες οργισμένοι

Κι έφαε ο νιος τα πλούτη του κι η κόρη το προικιό της. 

Η πεθερά ξενόπλενε κι η νύφη ξεναλέθει,

 ο πεθερός ξενόσκαφτε κι ο νιος ξενοκλαδεύει.”

 

Oδυσσέας Ελύτης, Μαρίνα των βράχων

- Μα πού γύριζες;

 Ολονυχτίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας . 

Σου ‘λεγα να μετράς μες στο γδυτό νερό τις φωτεινές του μέρες Ανάσκελη να χαίρεσαι την αυγή των πραγμάτων

 Ή πάλι να γυρνάς κίτρινους κάμπους 

Μ' ένα τριφύλλι φως στο στήθος σου ηρωίδα ιάμβου.» 

(Πίνακας: Νικόλαος Γύζης: Γιάντες

Πίνακας: Γιοχάνες Βερμέερ: Η γαλατού)


 

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

ΣΤΕΙΛΕ ΤΗΝ ΕΙΔΗΣΗ