Πού κατοικεί ο Χριστός;

Μαρία Λιονάκη
Μαρία Λιονάκη
Πού κατοικεί ο Χριστός;

Μα ενώ η φύση γιορτάζει ,οργιάζει, κελαρύζει, η χαρά μας δεν κελαρύζει. Εμείς δεν είμαστε φέτος καλεσμένοι σ’ αυτή τη γιορτή. Καθώς στις πόλεις μας επικρατεί ατέλειωτη, εκκωφαντική σιγή.

 

της Μαρίας Λιονάκη

 

Ο Απρίλης -φημισμένος κηπουρός-
πήδηξε το πρωί στον χέρσο κήπο μου
κι ένα εξαίσιο έμπηξε τριαντάφυλλο.
Η άνοιξη, κρυμμένη πίσω απ΄το τριαντάφυλλο,
βλέπει την έκπληξή μου και γελάει,
ενώ με την απέραντη χαρά μου
παρασημοφορεί τον μάγο κηπουρό.

Κική Δημουλά

 

Ο Απρίλης, μικρός θεός, στο δωδεκάθεο των μηνών,  γιος της Άνοιξης και του Ήλιου, αφού πήρε  από το κελάρι του  σπιτιού του τις πιο λαμπερές και ζεστές ηλιαχτίδες του πατέρα του και  προίκα τα νερά ενός χουβαρντά χειμώνα στόλισε και φέτος τα βουνά, τους κάμπους, τα χωράφια, τις αυλές με τα χρυσαφικά της γης, τριαντάφυλλα, μαργαρίτες,  φρέζες πολύχρωμες,  ανθεκτικά γεράνια, μα και ντάλιες.  Χρώματα και μυρωδιές έβαλε,  όλα συνταιριασμένα στην εαρινή συμφωνία, στον πίνακα της φύσης, άνθη καλεσμένα όλα στη γιορτή της γης, της  ζωής.   Παπαρούνες που έχουν χρώμα ίδιο με το αίμα του Χριστού. Μωβ ανεμώνες με το χρώμα του πένθους της Σταύρωσης. Γαρίφαλα προορισμένα για τον τάφο του Χριστού.  Κρινάκια, μα και κρίνους  ολόλευκους, σαν την αγνότητα που συμβολίζει ο Χριστός μας.  Από νωρίς με το ραβδί του ο  μάγος κηπουρός   έδωσε πνοή και έναυσμα στα δέντρα να ανθίσουν, μα και στους βασιλικούς να αναντρανίσουν, να ξυπνήσουν από τον ύπνο του χειμώνα   κι αυτά υπάκουσαν για άλλη μια φορά στην προσταγή τη δική του, μα κι ενός άλλου  πιο μεγάλου θεού, του Θεού μας. Μα ενώ η φύση γιορτάζει ,οργιάζει, κελαρύζει, η χαρά μας δεν κελαρύζει. Δεν  είναι ίδια με το ποίημα της Κικής Δημουλά.  Εμείς δεν είμαστε φέτος καλεσμένοι σ’ αυτή τη γιορτή. Καθώς στις πόλεις μας επικρατεί ατέλειωτη, εκκωφαντική σιγή. Σιωπή που συναισθάνεται τα πάθη του Χριστού, μα και σιωπή που προέρχεται από άλλου είδους  κοσμική επιβολή. Σιωπή που την ντύνει με σκουρόχρωμο πέπλο,  συννεφιασμένος ορίζοντας, βροχερός κάποτε ουρανός,  στου καιρού το μοιρολόι.

Από την Πύλη του Ιησού μπαίνει, στην Πύλη του Παντοκράτορα ξαποσταίνει αυτή η μακρόσυρτη σιωπή.  Στην κρήνη Μπέμπο  στην πλατεία Κορνάρου καταφθάνει με αγωνία  ασθμαίνοντας, στην Priuli πάνω από την Πύλη Δερματά αναζητεί  μάταια νερό, μα στην κρήνη Μοροζίνι, στα Λιοντάρια πίνει τελικά λίγες σταγόνες.  Τον Άγιο Ρόκκο ψάχνει στην 25η Αυγούστου, την  οδό των  Μαρτύρων, κοιτώντας ευθεία το φρουρό του λιμανιού να δει. Τη θάλασσα κοιτά να πάρει ανάκαρα, η σιωπή που τους ήχους φρουρεί,  για τους αρρώστους από πανούκλα  μιας άλλης εποχής θέλει  να προσευχηθεί, στο παρεκκλήσι του Άγιου Χαράλαμπου, αντίστοιχου προστάτη των χριστιανών,  μέσα στον Άγιο Ματθαίο προσκυνά εικόνα. Πάνω από τις εκκλησίες του Μεγάλου Κάστρου πετά,  ψάχνοντας ήχους να παλέψει, πάνω από τον Άγιο Μηνά οργίζεται για τους βομβαρδισμούς, πάνω από τον Άγιο Τίτο  οργίζεται  για τη βεβήλωση  από τους Αγαρηνούς,  που  μόλεψαν, τον μετέτρεψαν  άλλοτε στο Βεζίρ τζαμί. Μια παραπονεμένη σιωπή, κάστρο ψυχής,  αργοσέρνεται πάνω από τις συνοικίες πολλών πόλεων της Οικουμένης, μα και του Μεγάλου Κάστρου μας ψάχνοντας  να παλέψει με τον ιό  που  διασάλευσε την τάξη ενός άλλου υιού, του πιο Δοξασμένου και Μεγάλου. Κι  ο θυμός, εναλλάσσεται με το παράπονο στη δική μας ψυχή. Που μένοντας σπίτι,  μένουμε μακριά από  το σπίτι του Χριστού μας, από τα φρούρια της θρησκείας μας, τις Εκκλησίες μας τέτοια εποχή. Που  δε θα τον ανταμώσουμε, προσκυνήσουμε, που τον αφήσαμε μόνο και τι θα λέει, τι θα σκεφτεί…

Κι όμως ο Χριστός μας… ΠΟΥ ΚΑΤΟΙΚΕΙ; Ο Χριστός του Κωστάκη που στην  εξ αποστάσεως διδασκαλία , τη δασκάλα του με λαχτάρα κοιτά, να την έβλεπε ξανά αληθινά και θα ήταν  στο εξής το καλύτερο παιδί … που κατοικεί;

Της Βαγγελιώς που μέρα μπαίνει, μέρα βγαίνει, όλο αυτή μαγειρεύει και πλένει , χωρίς μια γλυκιά κουβέντα από το  Χαράλαμπο, ήσυχη και δεδομένη …πού κατοικεί; 

Του Γεράσιμου που περίμενε να παντρευτούν οι αδερφές του για να παντρευτεί μετά αυτός, μα αυτές δεν εδέησαν κι έτσι ζεύτηκε κι  αυτός στη δική τους μοίρα … που κατοικεί;

Του Αντώνη που έχει  κατάστημα Λευκών ειδών, μα ήρθαν μαύροι καιροί, το υποθήκευσε για δάνειο  και τώρα θα του το πάρει η Τράπεζα… πού κατοικεί; Του Βασίλη που έχει μεζεδοπωλείο στην παλιά Αγορά, στη 1866,  που ψευτοδούλευε, μα τώρα οι  αράχνες έχουν κάνει κατάληψη … πού κατοικεί;

Της Μαρίνας που δουλεύει σε  σούπερ μάρκετ και το βράδυ δεν ξέρει πού να βολέψει τα πόδια της που πονάνε  από την ορθοστασία … πού κατοικεί; Του γιατρού, της νοσηλεύτριας που ακούει μια ολόκληρη κοινωνία να παραπονιέται για την ενοχλητική αδράνεια, μα  αυτός, αυτή, βουβοί  στην πρώτη γραμμή, έχουν  επιστρατεύσει  όλες τις αντοχές τους , καθησυχάζοντας τους φόβους,  τους δικούς τους, των δικών τους,  για να ανταποκριθούν στο χρέος που νιώθουν… πού κατοικεί;

Του Φώτη που είναι καιρό άνεργος και περιμένει τη βοήθεια από κάποιο ευαγές ίδρυμα για να κάνει Πάσχα… πού κατοικεί;

Της Ανθούλας της γιαγιάς, στο χωριό, που περίμενε, έρημη και μόνη,   κάθε τέτοια μέρα παιδιά κι εγγόνια να δει… πού κατοικεί;

Της Αννούλας που πάντα ο μπαμπάς της ήταν αψύς, μα τώρα έχει ξεφύγει εντελώς, κακότροπος και βίαιος, με τη μάνα της, τα  αδερφάκια της, αυτή …πού κατοικεί;

Της Αλέκας που κάνει χημειοθεραπείες και τώρα έχει άλλο ένα εχθρό να φοβηθεί, να του κρυφτεί… πού κατοικεί;

Ο Χριστός κατοικεί στις ψυχές όλων αυτών. Στις ψυχές αυτών  που τον πιστεύουν, τον αγαπούν, που κάνουν πράξη ζωής τις διδαχές του.  Χωρίς επίδειξη και ματαιοδοξία . Από τις επιταγές της καρδιάς τους.  Που έχουν κοσμήματα της ψυχής και του μυαλού τους  τις αρετές που διδάσκει το κήρυγμα του Θεανθρώπου. Αγάπη, καλοσύνη, ανιδιοτελή βοήθεια,  ειλικρίνεια, καρτερικότητα, ταπεινότητα. Κατοικεί στις ψυχές αυτών που δεν τον τιμούν επιφανειακά, από συνήθεια, με βιασύνη.    Στις ψυχές αυτών που  γνωρίζουν  το  ουσιώδες νόημα κάθε χριστιανικής γιορτής, χριστιανικής γραφής.  Στις ψυχές όλων αυτών που απομονώνονται και τον παρακαλούν με δάκρυα, πόνο ψυχής στις δύσκολες στιγμές τους. Να τους δώσει δύναμη να συνεχίσουν. Φώτιση να κάνουν το σωστό. Κατοικεί στις ψυχές αυτών  που πεινάνε,  που υποφέρουν.  Που σιωπηλά, αθόρυβα, με αξιοπρέπεια σηκώνουν  το δικό τους σταυρό.  Αυτών που έχουν κάποτε σταυρωθεί. Από κάποιο σοβαρό πρόβλημα, μια αρρώστια, μια απώλεια. Στις ψυχές  αυτών που δοκιμάζονται, όπως όλοι εμείς  αυτή την εποχή.  Αυτών που νόσησαν οι ίδιοι ή δικοί τους άνθρωποι από τον τωρινό ιό. Αυτών που συμφιλιώθηκαν με την απουσία, τη  σιωπή, τον εγκλεισμό στα σπίτια τους  κι αρνήθηκαν το κάλεσμα της Άνοιξης, της ζωής, της γιορτής. Όλων εμάς που τιμώμαι τα πάθη του Χριστού μέσα στα σπίτια μας, ακούγοντας μέσα από  την  τεχνολογία  τις ψαλμωδίες, προσκυνώντας την εικόνα του σπιτιού μας.

Με τη σκέψη  να βρίσκεται στους άδειους ναούς, στα παρεκκλήσια τα κρεμασμένα στους βράχους, στα μοναστήρια με τους ολάνθιστους κήπους.  Με τη σκέψη στους δικούς μας που δε θα ανταμώσουμε, στους φίλους που δε θα δούμε, σε όσους δουλεύουν ακόμα και τέτοιες μέρες, στους χιλιάδες που χάθηκαν, σε όσους  έχασαν δικούς τους από αυτό τον φονικό ιό, με την προσευχή μας σε όσους νοσούν. Αυτή την Ανάσταση,  ας βγούμε όλοι στα μπαλκόνια μας με ένα κερί, μια λαμπάδα! Λίγο πριν τα μεσάνυχτα, όλο το Μεγάλο Κάστρο μια Εκκλησία. Κι ας ψάλλουμε όλοι μαζί το Χριστός ανέστη! Προσδοκώντας  αυτό το αλλιώτικο Πάσχα, το πιο θλιμμένο, μα και πιο κατανυκτικό, τώρα που η ζωή σταυρώνεται, ο Χριστός ξανασταυρώνεται μια  Ανάσταση διπλή. Για το Χριστό, μα και για τις δικές μας παγιδευμένες, πολιορκημένες ζωές, ψυχές… ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ!

Απόσπασμα από το έργο του Νίκου Καζαντζάκη: «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται»

(Ο παπα Φώτης εμψυχώνει το ποίμνιο του, τους κατατρεγμένους της Σαρακήνας)

«Στ ‘όνομα του Θεού παιδιά! φώναξε ο παπα Φώτης. Στ ‘όνομα του Θεού και της Πατρίδας. Το χωριό μας ξεπατώθηκε, το χωριό μας ξαναφυτεύεται, αθάνατη είναι η ρίζα του Γένους! Πώς να σας το πω αδέρφια; Χαίρουμαι, άνθρωπος είμαι, όταν μου τύχει ένα καλό, μα πιο πολύ χαίρουμαι όταν πλακώσει η δύσκολη ώρα! Γιατί λέω: Τώρα θα δείξεις, παπα-Φώτη, αν είσαι άντρας αληθινός ή κουνέλι.»

 


“ Θα ξανασπείρει καλοκαίρια   στην άγρια παγωνιά του νου
Αυτός που κάρφωσε τ' αστέρια  στην άγρια σκέπη τ' ουρανού
κι εγώ κι εσύ, και εμείς κι οι άλλοι θα γεννηθούμε τότε πάλι."

Ν Γκάτσος, Μέρες Επιταφίου

 

Αρχή φόρμας

Τέλος φόρμας

 

 

Γίνε ο ρεπόρτερ του CRETALIVE

ΣΤΕΙΛΕ ΤΗΝ ΕΙΔΗΣΗ